to blanch, turn pale
Πλήρης κλίση του ρήματος ωχριώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ωχριώ
εσύ ωχριάς
αυτός/αυτή/αυτό ωχριά
εμείς ωχριούμε
εσείς ωχριάτε
αυτοί/αυτές/αυτά ωχριούν / ωχριούνε
Παρατατικός
εγώ ωχριούσα
εσύ ωχριούσες
αυτός/αυτή/αυτό ωχριούσε
εμείς ωχριούσαμε
εσείς ωχριούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ωχριούσαν / ωχριούσανε
Αόριστος
εγώ ωχρίασα
εσύ ωχρίασες
αυτός/αυτή/αυτό ωχρίασε
εμείς ωχριάσαμε
εσείς ωχριάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ωχρίασαν / ωχριάσαν / ωχριάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ωχριώ
εσύ θα ωχριάς
αυτός/αυτή/αυτό θα ωχριά
εμείς θα ωχριούμε
εσείς θα ωχριάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ωχριούν / θα ωχριούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ωχριάσω
εσύ θα ωχριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ωχριάσει
εμείς θα ωχριάσουμε
εσείς θα ωχριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ωχριάσουν / θα ωχριάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ωχριάσω
εσύ να ωχριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ωχριάσει
εμείς να ωχριάσουμε
εσείς να ωχριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ωχριάσουν / ωχριάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ωχριάσει
εσύ έχεις ωχριάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ωχριάσει
εμείς έχουμε ωχριάσει
εσείς έχετε ωχριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ωχριάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ωχριάσει
εσύ είχες ωχριάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ωχριάσει
εμείς είχαμε ωχριάσει
εσείς είχατε ωχριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ωχριάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ωχριάσει
εσύ θα έχεις ωχριάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ωχριάσει
εμείς θα έχουμε ωχριάσει
εσείς θα έχετε ωχριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ωχριάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ωχριάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ωχρίασε
(εσείς) ωχριάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ωχριώντας / έχοντας ωχριάσει
Απαρέμφατο
ωχριάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.