ripen, literally: I become ripe
Πλήρης κλίση του ρήματος ωριμάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ωριμάζω
εσύ ωριμάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ωριμάζει
εμείς ωριμάζουμε
εσείς ωριμάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ωριμάζουν / ωριμάζουνε
Παρατατικός
εγώ ωρίμαζα
εσύ ωρίμαζες
αυτός/αυτή/αυτό ωρίμαζε
εμείς ωριμάζαμε
εσείς ωριμάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ωρίμαζαν / ωριμάζαν / ωριμάζανε
Αόριστος
εγώ ωρίμασα
εσύ ωρίμασες
αυτός/αυτή/αυτό ωρίμασε
εμείς ωριμάσαμε
εσείς ωριμάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ωρίμασαν / ωριμάσαν / ωριμάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ωριμάζω
εσύ θα ωριμάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ωριμάζει
εμείς θα ωριμάζουμε
εσείς θα ωριμάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ωριμάζουν / θα ωριμάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ωριμάσω
εσύ θα ωριμάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ωριμάσει
εμείς θα ωριμάσουμε
εσείς θα ωριμάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ωριμάσουν / θα ωριμάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ωριμάσω
εσύ να ωριμάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ωριμάσει
εμείς να ωριμάσουμε
εσείς να ωριμάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ωριμάσουν / ωριμάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ωριμάσει
εσύ έχεις ωριμάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ωριμάσει
εμείς έχουμε ωριμάσει
εσείς έχετε ωριμάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ωριμάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ωριμάσει
εσύ είχες ωριμάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ωριμάσει
εμείς είχαμε ωριμάσει
εσείς είχατε ωριμάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ωριμάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ωριμάσει
εσύ θα έχεις ωριμάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ωριμάσει
εμείς θα έχουμε ωριμάσει
εσείς θα έχετε ωριμάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ωριμάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ωρίμαζε
(εσείς) ωριμάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ωρίμασε
(εσείς) ωριμάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ωριμάζοντας / έχοντας ωριμάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ωριμασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ωριμάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.