to urge, push
Πλήρης κλίση του ρήματος ωθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ωθώ
εσύ ωθείς
αυτός/αυτή/αυτό ωθεί
εμείς ωθούμε
εσείς ωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ωθούν / ωθούνε
Παρατατικός
εγώ ωθούσα
εσύ ωθούσες
αυτός/αυτή/αυτό ωθούσε
εμείς ωθούσαμε
εσείς ωθούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ωθούσαν / ωθούσανε
Αόριστος
εγώ ώθησα
εσύ ώθησες
αυτός/αυτή/αυτό ώθησε
εμείς ωθήσαμε
εσείς ωθήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ώθησαν / ωθήσαν / ωθήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ωθώ
εσύ θα ωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ωθεί
εμείς θα ωθούμε
εσείς θα ωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ωθούν / θα ωθούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ωθήσω
εσύ θα ωθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ωθήσει
εμείς θα ωθήσουμε
εσείς θα ωθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ωθήσουν / θα ωθήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ωθήσω
εσύ να ωθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ωθήσει
εμείς να ωθήσουμε
εσείς να ωθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ωθήσουν / ωθήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ωθήσει
εσύ έχεις ωθήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ωθήσει
εμείς έχουμε ωθήσει
εσείς έχετε ωθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ωθήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ωθήσει
εσύ είχες ωθήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ωθήσει
εμείς είχαμε ωθήσει
εσείς είχατε ωθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ωθήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ωθήσει
εσύ θα έχεις ωθήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ωθήσει
εμείς θα έχουμε ωθήσει
εσείς θα έχετε ωθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ωθήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ωθείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ώθησε
(εσείς) ωθήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ωθούμαι
εσύ ωθείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ωθείται
εμείς ωθούμαστε
εσείς ωθείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ωθούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ωθούνταν / ωθείτο
εμείς ωθούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ωθούνταν / ωθούντο
Αόριστος
εγώ ωθήθηκα
εσύ ωθήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ωθήθηκε
εμείς ωθηθήκαμε
εσείς ωθηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ωθήθηκαν / ωθηθήκαν / ωθηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ωθούμαι
εσύ θα ωθείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ωθείται
εμείς θα ωθούμαστε
εσείς θα ωθείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ωθούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ωθηθώ
εσύ θα ωθηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ωθηθεί
εμείς θα ωθηθούμε
εσείς θα ωθηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ωθηθούν / θα ωθηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ωθηθώ
εσύ να ωθηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ωθηθεί
εμείς να ωθηθούμε
εσείς να ωθηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ωθηθούν / ωθηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ωθηθεί
εσύ έχεις ωθηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ωθηθεί
εμείς έχουμε ωθηθεί
εσείς έχετε ωθηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ωθηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ωθηθεί
εσύ είχες ωθηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ωθηθεί
εμείς είχαμε ωθηθεί
εσείς είχατε ωθηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ωθηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ωθηθεί
εσύ θα έχεις ωθηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ωθηθεί
εμείς θα έχουμε ωθηθεί
εσείς θα έχετε ωθηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ωθηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ωθείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ωθήσου
(εσείς) ωθηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ωθώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ωθήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ωθούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ωθημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ωθήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ωθηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.