Κλίση του ρήματος ψυχοπλακώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ψυχοπλακώνω
to depress, to bring down (to make depressed or sad; to make someone feel bad emotionally)
Πλήρης κλίση του ρήματος ψυχοπλακώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ψυχοπλακώνω
εσύ ψυχοπλακώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ψυχοπλακώνει
εμείς ψυχοπλακώνουμε
εσείς ψυχοπλακώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχοπλακώνουν / ψυχοπλακώνουνε

Παρατατικός

εγώ ψυχοπλάκωνα
εσύ ψυχοπλάκωνες
αυτός/αυτή/αυτό ψυχοπλάκωνε
εμείς ψυχοπλακώναμε
εσείς ψυχοπλακώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχοπλάκωναν / ψυχοπλακώναν / ψυχοπλακώνανε

Αόριστος

εγώ ψυχοπλάκωσα
εσύ ψυχοπλάκωσες
αυτός/αυτή/αυτό ψυχοπλάκωσε
εμείς ψυχοπλακώσαμε
εσείς ψυχοπλακώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχοπλάκωσαν / ψυχοπλακώσαν / ψυχοπλακώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ψυχοπλακώνω
εσύ θα ψυχοπλακώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψυχοπλακώνει
εμείς θα ψυχοπλακώνουμε
εσείς θα ψυχοπλακώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψυχοπλακώνουν / θα ψυχοπλακώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ψυχοπλακώσω
εσύ θα ψυχοπλακώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψυχοπλακώσει
εμείς θα ψυχοπλακώσουμε
εσείς θα ψυχοπλακώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψυχοπλακώσουν / θα ψυχοπλακώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ψυχοπλακώσω
εσύ να ψυχοπλακώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ψυχοπλακώσει
εμείς να ψυχοπλακώσουμε
εσείς να ψυχοπλακώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψυχοπλακώσουν / ψυχοπλακώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ψυχοπλακώσει
εσύ έχεις ψυχοπλακώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψυχοπλακώσει
εμείς έχουμε ψυχοπλακώσει
εσείς έχετε ψυχοπλακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψυχοπλακώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ψυχοπλακώσει
εσύ είχες ψυχοπλακώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψυχοπλακώσει
εμείς είχαμε ψυχοπλακώσει
εσείς είχατε ψυχοπλακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψυχοπλακώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ψυχοπλακώσει
εσύ θα έχεις ψυχοπλακώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψυχοπλακώσει
εμείς θα έχουμε ψυχοπλακώσει
εσείς θα έχετε ψυχοπλακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψυχοπλακώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ψυχοπλάκωνε
(εσείς) ψυχοπλακώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ψυχοπλάκωσε
(εσείς) ψυχοπλακώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ψυχοπλακώνομαι
εσύ ψυχοπλακώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ψυχοπλακώνεται
εμείς ψυχοπλακωνόμαστε
εσείς ψυχοπλακώνεστε / ψυχοπλακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχοπλακώνονται

Παρατατικός

εγώ ψυχοπλακωνόμουν / ψυχοπλακωνόμουνα
εσύ ψυχοπλακωνόσουν / ψυχοπλακωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ψυχοπλακωνόταν / ψυχοπλακωνότανε
εμείς ψυχοπλακωνόμασταν / ψυχοπλακωνόμαστε
εσείς ψυχοπλακωνόσασταν / ψυχοπλακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχοπλακώνονταν / ψυχοπλακωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ ψυχοπλακώθηκα
εσύ ψυχοπλακώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ψυχοπλακώθηκε
εμείς ψυχοπλακωθήκαμε
εσείς ψυχοπλακωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχοπλακώθηκαν / ψυχοπλακωθήκαν / ψυχοπλακωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ψυχοπλακώνομαι
εσύ θα ψυχοπλακώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ψυχοπλακώνεται
εμείς θα ψυχοπλακωνόμαστε
εσείς θα ψυχοπλακώνεστε / θα ψυχοπλακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψυχοπλακώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ψυχοπλακωθώ
εσύ θα ψυχοπλακωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ψυχοπλακωθεί
εμείς θα ψυχοπλακωθούμε
εσείς θα ψυχοπλακωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψυχοπλακωθούν / θα ψυχοπλακωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ψυχοπλακωθώ
εσύ να ψυχοπλακωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ψυχοπλακωθεί
εμείς να ψυχοπλακωθούμε
εσείς να ψυχοπλακωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψυχοπλακωθούν / ψυχοπλακωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ψυχοπλακωθεί
εσύ έχεις ψυχοπλακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψυχοπλακωθεί
εμείς έχουμε ψυχοπλακωθεί
εσείς έχετε ψυχοπλακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψυχοπλακωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ψυχοπλακωθεί
εσύ είχες ψυχοπλακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψυχοπλακωθεί
εμείς είχαμε ψυχοπλακωθεί
εσείς είχατε ψυχοπλακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψυχοπλακωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ψυχοπλακωθεί
εσύ θα έχεις ψυχοπλακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψυχοπλακωθεί
εμείς θα έχουμε ψυχοπλακωθεί
εσείς θα έχετε ψυχοπλακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψυχοπλακωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ψυχοπλακώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ψυχοπλακώσου
(εσείς) ψυχοπλακωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ψυχοπλακώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ψυχοπλακώσει

Μετοχή παρακειμένου

ψυχοπλακωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ψυχοπλακώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ψυχοπλακωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.