Κλίση του ρήματος ψυχαγωγώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ψυχαγωγώ
to entertain, amuse
Πλήρης κλίση του ρήματος ψυχαγωγώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ψυχαγωγώ
εσύ ψυχαγωγείς
αυτός/αυτή/αυτό ψυχαγωγεί
εμείς ψυχαγωγούμε
εσείς ψυχαγωγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχαγωγούν / ψυχαγωγούνε

Παρατατικός

εγώ ψυχαγωγούσα
εσύ ψυχαγωγούσες
αυτός/αυτή/αυτό ψυχαγωγούσε
εμείς ψυχαγωγούσαμε
εσείς ψυχαγωγούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχαγωγούσαν / ψυχαγωγούσανε

Αόριστος

εγώ ψυχαγώγησα
εσύ ψυχαγώγησες
αυτός/αυτή/αυτό ψυχαγώγησε
εμείς ψυχαγωγήσαμε
εσείς ψυχαγωγήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχαγώγησαν / ψυχαγωγήσαν / ψυχαγωγήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ψυχαγωγώ
εσύ θα ψυχαγωγείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ψυχαγωγεί
εμείς θα ψυχαγωγούμε
εσείς θα ψυχαγωγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψυχαγωγούν / θα ψυχαγωγούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ψυχαγωγήσω
εσύ θα ψυχαγωγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψυχαγωγήσει
εμείς θα ψυχαγωγήσουμε
εσείς θα ψυχαγωγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψυχαγωγήσουν / θα ψυχαγωγήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ψυχαγωγήσω
εσύ να ψυχαγωγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ψυχαγωγήσει
εμείς να ψυχαγωγήσουμε
εσείς να ψυχαγωγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψυχαγωγήσουν / ψυχαγωγήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ψυχαγωγήσει
εσύ έχεις ψυχαγωγήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψυχαγωγήσει
εμείς έχουμε ψυχαγωγήσει
εσείς έχετε ψυχαγωγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψυχαγωγήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ψυχαγωγήσει
εσύ είχες ψυχαγωγήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψυχαγωγήσει
εμείς είχαμε ψυχαγωγήσει
εσείς είχατε ψυχαγωγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψυχαγωγήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ψυχαγωγήσει
εσύ θα έχεις ψυχαγωγήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψυχαγωγήσει
εμείς θα έχουμε ψυχαγωγήσει
εσείς θα έχετε ψυχαγωγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψυχαγωγήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ψυχαγωγείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ψυχαγώγησε
(εσείς) ψυχαγωγήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ψυχαγωγούμαι
εσύ ψυχαγωγείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ψυχαγωγείται
εμείς ψυχαγωγούμαστε
εσείς ψυχαγωγείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχαγωγούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό ψυχαγωγούνταν / ψυχαγωγείτο
εμείς ψυχαγωγούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχαγωγούνταν / ψυχαγωγούντο

Αόριστος

εγώ ψυχαγωγήθηκα
εσύ ψυχαγωγήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ψυχαγωγήθηκε
εμείς ψυχαγωγηθήκαμε
εσείς ψυχαγωγηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψυχαγωγήθηκαν / ψυχαγωγηθήκαν / ψυχαγωγηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ψυχαγωγούμαι
εσύ θα ψυχαγωγείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ψυχαγωγείται
εμείς θα ψυχαγωγούμαστε
εσείς θα ψυχαγωγείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψυχαγωγούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ψυχαγωγηθώ
εσύ θα ψυχαγωγηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ψυχαγωγηθεί
εμείς θα ψυχαγωγηθούμε
εσείς θα ψυχαγωγηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψυχαγωγηθούν / θα ψυχαγωγηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ψυχαγωγηθώ
εσύ να ψυχαγωγηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ψυχαγωγηθεί
εμείς να ψυχαγωγηθούμε
εσείς να ψυχαγωγηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψυχαγωγηθούν / ψυχαγωγηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ψυχαγωγηθεί
εσύ έχεις ψυχαγωγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψυχαγωγηθεί
εμείς έχουμε ψυχαγωγηθεί
εσείς έχετε ψυχαγωγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψυχαγωγηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ψυχαγωγηθεί
εσύ είχες ψυχαγωγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψυχαγωγηθεί
εμείς είχαμε ψυχαγωγηθεί
εσείς είχατε ψυχαγωγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψυχαγωγηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ψυχαγωγηθεί
εσύ θα έχεις ψυχαγωγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψυχαγωγηθεί
εμείς θα έχουμε ψυχαγωγηθεί
εσείς θα έχετε ψυχαγωγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψυχαγωγηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ψυχαγωγείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ψυχαγωγήσου
(εσείς) ψυχαγωγηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ψυχαγωγώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ψυχαγωγήσει

Μετοχή παρακειμένου

ψυχαγωγημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ψυχαγωγήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ψυχαγωγηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.