to die (of an animal)
Πλήρης κλίση του ρήματος ψοφάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ψοφάω / ψοφώ
εσύ ψοφάς
αυτός/αυτή/αυτό ψοφάει / ψοφά
εμείς ψοφάμε / ψοφούμε
εσείς ψοφάτε
αυτοί/αυτές/αυτά ψοφάνε / ψοφάν / ψοφούν / ψοφούνε
Παρατατικός
εγώ ψοφούσα / ψόφαγα
εσύ ψοφούσες / ψόφαγες
αυτός/αυτή/αυτό ψοφούσε / ψόφαγε
εμείς ψοφούσαμε / ψοφάγαμε
εσείς ψοφούσατε / ψοφάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψοφούσαν / ψοφούσανε / ψόφαγαν / ψοφάγανε
Αόριστος
εγώ ψόφησα
εσύ ψόφησες
αυτός/αυτή/αυτό ψόφησε
εμείς ψοφήσαμε
εσείς ψοφήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψόφησαν / ψοφήσαν / ψοφήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ψοφάω / θα ψοφώ
εσύ θα ψοφάς
αυτός/αυτή/αυτό θα ψοφάει / θα ψοφά
εμείς θα ψοφάμε / θα ψοφούμε
εσείς θα ψοφάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψοφάνε / θα ψοφάν / θα ψοφούν / θα ψοφούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψοφήσω
εσύ θα ψοφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψοφήσει
εμείς θα ψοφήσουμε
εσείς θα ψοφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψοφήσουν / θα ψοφήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ψοφήσω
εσύ να ψοφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ψοφήσει
εμείς να ψοφήσουμε
εσείς να ψοφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψοφήσουν / ψοφήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ψοφήσει
εσύ έχεις ψοφήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψοφήσει
εμείς έχουμε ψοφήσει
εσείς έχετε ψοφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψοφήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ψοφήσει
εσύ είχες ψοφήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψοφήσει
εμείς είχαμε ψοφήσει
εσείς είχατε ψοφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψοφήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ψοφήσει
εσύ θα έχεις ψοφήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψοφήσει
εμείς θα έχουμε ψοφήσει
εσείς θα έχετε ψοφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψοφήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ψόφα / ψόφαγε
(εσείς) ψοφάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ψόφησε / ψόφα
(εσείς) ψοφήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ψοφώντας / έχοντας ψοφήσει
Απαρέμφατο
ψοφήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.