to whisper (voice)
Πλήρης κλίση του ρήματος ψιθυρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ψιθυρίζω
εσύ ψιθυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ψιθυρίζει
εμείς ψιθυρίζουμε
εσείς ψιθυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ψιθυρίζουν / ψιθυρίζουνε
Παρατατικός
εγώ ψιθύριζα
εσύ ψιθύριζες
αυτός/αυτή/αυτό ψιθύριζε
εμείς ψιθυρίζαμε
εσείς ψιθυρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψιθύριζαν / ψιθυρίζαν / ψιθυρίζανε
Αόριστος
εγώ ψιθύρισα
εσύ ψιθύρισες
αυτός/αυτή/αυτό ψιθύρισε
εμείς ψιθυρίσαμε
εσείς ψιθυρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψιθύρισαν / ψιθυρίσαν / ψιθυρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ψιθυρίζω
εσύ θα ψιθυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψιθυρίζει
εμείς θα ψιθυρίζουμε
εσείς θα ψιθυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψιθυρίζουν / θα ψιθυρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψιθυρίσω
εσύ θα ψιθυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψιθυρίσει
εμείς θα ψιθυρίσουμε
εσείς θα ψιθυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψιθυρίσουν / θα ψιθυρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ψιθυρίσω
εσύ να ψιθυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ψιθυρίσει
εμείς να ψιθυρίσουμε
εσείς να ψιθυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψιθυρίσουν / ψιθυρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ψιθυρίσει
εσύ έχεις ψιθυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψιθυρίσει
εμείς έχουμε ψιθυρίσει
εσείς έχετε ψιθυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψιθυρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ψιθυρίσει
εσύ είχες ψιθυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψιθυρίσει
εμείς είχαμε ψιθυρίσει
εσείς είχατε ψιθυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψιθυρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ψιθυρίσει
εσύ θα έχεις ψιθυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψιθυρίσει
εμείς θα έχουμε ψιθυρίσει
εσείς θα έχετε ψιθυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψιθυρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ψιθύριζε
(εσείς) ψιθυρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ψιθύρισε
(εσείς) ψιθυρίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ψιθυρίζομαι
εσύ ψιθυρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ψιθυρίζεται
εμείς ψιθυριζόμαστε
εσείς ψιθυρίζεστε / ψιθυριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ψιθυρίζονται
Παρατατικός
εγώ ψιθυριζόμουν / ψιθυριζόμουνα
εσύ ψιθυριζόσουν / ψιθυριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ψιθυριζόταν / ψιθυριζότανε
εμείς ψιθυριζόμασταν / ψιθυριζόμαστε
εσείς ψιθυριζόσασταν / ψιθυριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ψιθυρίζονταν / ψιθυριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ψιθυρίστηκα
εσύ ψιθυρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ψιθυρίστηκε
εμείς ψιθυριστήκαμε
εσείς ψιθυριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψιθυρίστηκαν / ψιθυριστήκαν / ψιθυριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ψιθυρίζομαι
εσύ θα ψιθυρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ψιθυρίζεται
εμείς θα ψιθυριζόμαστε
εσείς θα ψιθυρίζεστε / θα ψιθυριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψιθυρίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψιθυριστώ
εσύ θα ψιθυριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ψιθυριστεί
εμείς θα ψιθυριστούμε
εσείς θα ψιθυριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψιθυριστούν / θα ψιθυριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ψιθυριστώ
εσύ να ψιθυριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ψιθυριστεί
εμείς να ψιθυριστούμε
εσείς να ψιθυριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψιθυριστούν / ψιθυριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ψιθυριστεί
εσύ έχεις ψιθυριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψιθυριστεί
εμείς έχουμε ψιθυριστεί
εσείς έχετε ψιθυριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψιθυριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ψιθυριστεί
εσύ είχες ψιθυριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψιθυριστεί
εμείς είχαμε ψιθυριστεί
εσείς είχατε ψιθυριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψιθυριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ψιθυριστεί
εσύ θα έχεις ψιθυριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψιθυριστεί
εμείς θα έχουμε ψιθυριστεί
εσείς θα έχετε ψιθυριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψιθυριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ψιθυρίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ψιθυρίσου
(εσείς) ψιθυριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ψιθυρίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ψιθυρίσει
Μετοχή παρακειμένου
ψιθυρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ψιθυρίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ψιθυριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.