to vote
Πλήρης κλίση του ρήματος ψηφίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ψηφίζω
εσύ ψηφίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ψηφίζει
εμείς ψηφίζουμε
εσείς ψηφίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ψηφίζουν / ψηφίζουνε
Παρατατικός
εγώ ψήφιζα
εσύ ψήφιζες
αυτός/αυτή/αυτό ψήφιζε
εμείς ψηφίζαμε
εσείς ψηφίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψήφιζαν / ψηφίζαν / ψηφίζανε
Αόριστος
εγώ ψήφισα
εσύ ψήφισες
αυτός/αυτή/αυτό ψήφισε
εμείς ψηφίσαμε
εσείς ψηφίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψήφισαν / ψηφίσαν / ψηφίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ψηφίζω
εσύ θα ψηφίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψηφίζει
εμείς θα ψηφίζουμε
εσείς θα ψηφίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψηφίζουν / θα ψηφίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψηφίσω
εσύ θα ψηφίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψηφίσει
εμείς θα ψηφίσουμε
εσείς θα ψηφίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψηφίσουν / θα ψηφίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ψηφίσω
εσύ να ψηφίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ψηφίσει
εμείς να ψηφίσουμε
εσείς να ψηφίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψηφίσουν / ψηφίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ψηφίσει
εσύ έχεις ψηφίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψηφίσει
εμείς έχουμε ψηφίσει
εσείς έχετε ψηφίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψηφίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ψηφίσει
εσύ είχες ψηφίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψηφίσει
εμείς είχαμε ψηφίσει
εσείς είχατε ψηφίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψηφίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ψηφίσει
εσύ θα έχεις ψηφίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψηφίσει
εμείς θα έχουμε ψηφίσει
εσείς θα έχετε ψηφίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψηφίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ψήφιζε
(εσείς) ψηφίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ψήφισε
(εσείς) ψηφίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ψηφίζομαι
εσύ ψηφίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ψηφίζεται
εμείς ψηφιζόμαστε
εσείς ψηφίζεστε / ψηφιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ψηφίζονται
Παρατατικός
εγώ ψηφιζόμουν / ψηφιζόμουνα
εσύ ψηφιζόσουν / ψηφιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ψηφιζόταν / ψηφιζότανε
εμείς ψηφιζόμασταν / ψηφιζόμαστε
εσείς ψηφιζόσασταν / ψηφιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ψηφίζονταν / ψηφιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ψηφίστηκα
εσύ ψηφίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ψηφίστηκε
εμείς ψηφιστήκαμε
εσείς ψηφιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψηφίστηκαν / ψηφιστήκαν / ψηφιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ψηφίζομαι
εσύ θα ψηφίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ψηφίζεται
εμείς θα ψηφιζόμαστε
εσείς θα ψηφίζεστε / θα ψηφιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψηφίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψηφιστώ
εσύ θα ψηφιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ψηφιστεί
εμείς θα ψηφιστούμε
εσείς θα ψηφιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψηφιστούν / θα ψηφιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ψηφιστώ
εσύ να ψηφιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ψηφιστεί
εμείς να ψηφιστούμε
εσείς να ψηφιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψηφιστούν / ψηφιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ψηφιστεί
εσύ έχεις ψηφιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψηφιστεί
εμείς έχουμε ψηφιστεί
εσείς έχετε ψηφιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψηφιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ψηφιστεί
εσύ είχες ψηφιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψηφιστεί
εμείς είχαμε ψηφιστεί
εσείς είχατε ψηφιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψηφιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ψηφιστεί
εσύ θα έχεις ψηφιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψηφιστεί
εμείς θα έχουμε ψηφιστεί
εσείς θα έχετε ψηφιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψηφιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ψηφίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ψηφίσου
(εσείς) ψηφιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ψηφίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ψηφίσει
Μετοχή παρακειμένου
ψηφισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ψηφίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ψηφιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.