to lisp
Πλήρης κλίση του ρήματος ψευδίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ψευδίζω
εσύ ψευδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ψευδίζει
εμείς ψευδίζουμε
εσείς ψευδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ψευδίζουν / ψευδίζουνε
Παρατατικός
εγώ ψεύδιζα
εσύ ψεύδιζες
αυτός/αυτή/αυτό ψεύδιζε
εμείς ψευδίζαμε
εσείς ψευδίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψεύδιζαν / ψευδίζαν / ψευδίζανε
Αόριστος
εγώ ψεύδισα
εσύ ψεύδισες
αυτός/αυτή/αυτό ψεύδισε
εμείς ψευδίσαμε
εσείς ψευδίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψεύδισαν / ψευδίσαν / ψευδίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ψευδίζω
εσύ θα ψευδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψευδίζει
εμείς θα ψευδίζουμε
εσείς θα ψευδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψευδίζουν / θα ψευδίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψευδίσω
εσύ θα ψευδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψευδίσει
εμείς θα ψευδίσουμε
εσείς θα ψευδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψευδίσουν / θα ψευδίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ψευδίσω
εσύ να ψευδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ψευδίσει
εμείς να ψευδίσουμε
εσείς να ψευδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψευδίσουν / ψευδίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ψευδίσει
εσύ έχεις ψευδίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψευδίσει
εμείς έχουμε ψευδίσει
εσείς έχετε ψευδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψευδίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ψευδίσει
εσύ είχες ψευδίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψευδίσει
εμείς είχαμε ψευδίσει
εσείς είχατε ψευδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψευδίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ψευδίσει
εσύ θα έχεις ψευδίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψευδίσει
εμείς θα έχουμε ψευδίσει
εσείς θα έχετε ψευδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψευδίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ψεύδιζε
(εσείς) ψευδίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ψεύδισε
(εσείς) ψευδίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ψευδίζοντας / έχοντας ψευδίσει
Απαρέμφατο
ψευδίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.