to criticize, fault
Πλήρης κλίση του ρήματος ψέγω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ψέγω
εσύ ψέγεις
αυτός/αυτή/αυτό ψέγει
εμείς ψέγουμε
εσείς ψέγετε
αυτοί/αυτές/αυτά ψέγουν / ψέγουνε
Παρατατικός
εγώ έψεγα
εσύ έψεγες
αυτός/αυτή/αυτό έψεγε
εμείς ψέγαμε
εσείς ψέγατε
αυτοί/αυτές/αυτά έψεγαν / ψέγαν / ψέγανε
Αόριστος
εγώ έψεξα
εσύ έψεξες
αυτός/αυτή/αυτό έψεξε
εμείς ψέξαμε
εσείς ψέξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έψεξαν / ψέξαν / ψέξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ψέγω
εσύ θα ψέγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψέγει
εμείς θα ψέγουμε
εσείς θα ψέγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψέγουν / θα ψέγουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψέξω
εσύ θα ψέξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ψέξει
εμείς θα ψέξουμε
εσείς θα ψέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψέξουν / θα ψέξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ψέξω
εσύ να ψέξεις
αυτός/αυτή/αυτό να ψέξει
εμείς να ψέξουμε
εσείς να ψέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψέξουν / ψέξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ψέξει
εσύ έχεις ψέξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψέξει
εμείς έχουμε ψέξει
εσείς έχετε ψέξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψέξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ψέξει
εσύ είχες ψέξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψέξει
εμείς είχαμε ψέξει
εσείς είχατε ψέξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψέξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ψέξει
εσύ θα έχεις ψέξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψέξει
εμείς θα έχουμε ψέξει
εσείς θα έχετε ψέξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψέξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ψέγε
(εσείς) ψέγετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ψέξε
(εσείς) ψέξτε / ψέχτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ψέγομαι
εσύ ψέγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ψέγεται
εμείς ψεγόμαστε
εσείς ψέγεστε / ψεγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ψέγονται
Παρατατικός
εγώ ψεγόμουν / ψεγόμουνα
εσύ ψεγόσουν / ψεγόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ψεγόταν / ψεγότανε
εμείς ψεγόμασταν / ψεγόμαστε
εσείς ψεγόσασταν / ψεγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ψέγονταν / ψεγόντουσαν
Αόριστος
εγώ ψέχτηκα
εσύ ψέχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό ψέχτηκε
εμείς ψεχτήκαμε
εσείς ψεχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ψέχτηκαν / ψεχτήκαν / ψεχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ψέγομαι
εσύ θα ψέγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ψέγεται
εμείς θα ψεγόμαστε
εσείς θα ψέγεστε / θα ψεγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψέγονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψεχτώ
εσύ θα ψεχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ψεχτεί
εμείς θα ψεχτούμε
εσείς θα ψεχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ψεχτούν / θα ψεχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ψεχτώ
εσύ να ψεχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να ψεχτεί
εμείς να ψεχτούμε
εσείς να ψεχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ψεχτούν / ψεχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ψεχτεί
εσύ έχεις ψεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ψεχτεί
εμείς έχουμε ψεχτεί
εσείς έχετε ψεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ψεχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ψεχτεί
εσύ είχες ψεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ψεχτεί
εμείς είχαμε ψεχτεί
εσείς είχατε ψεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ψεχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ψεχτεί
εσύ θα έχεις ψεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ψεχτεί
εμείς θα έχουμε ψεχτεί
εσείς θα έχετε ψεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ψεχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ψέγεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ψέξου
(εσείς) ψεχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ψέγοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ψέξει
Απαρέμφατο
ψέξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ψεχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.