Κλίση του ρήματος χύνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

χύνω
to spill, pour, shed (cause to flow in a stream, deliberately or accidentally)
Πλήρης κλίση του ρήματος χύνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ χύνω
εσύ χύνεις
αυτός/αυτή/αυτό χύνει
εμείς χύνουμε
εσείς χύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά χύνουν / χύνουνε

Παρατατικός

εγώ έχυνα
εσύ έχυνες
αυτός/αυτή/αυτό έχυνε
εμείς χύναμε
εσείς χύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έχυναν / χύναν / χύνανε

Αόριστος

εγώ έχυσα
εσύ έχυσες
αυτός/αυτή/αυτό έχυσε
εμείς χύσαμε
εσείς χύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έχυσαν / χύσαν / χύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα χύνω
εσύ θα χύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χύνει
εμείς θα χύνουμε
εσείς θα χύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χύνουν / θα χύνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα χύσω
εσύ θα χύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χύσει
εμείς θα χύσουμε
εσείς θα χύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χύσουν / θα χύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να χύσω
εσύ να χύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χύσει
εμείς να χύσουμε
εσείς να χύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χύσουν / χύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω χύσει
εσύ έχεις χύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χύσει
εμείς έχουμε χύσει
εσείς έχετε χύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα χύσει
εσύ είχες χύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χύσει
εμείς είχαμε χύσει
εσείς είχατε χύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω χύσει
εσύ θα έχεις χύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χύσει
εμείς θα έχουμε χύσει
εσείς θα έχετε χύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) χύνε
(εσείς) χύνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) χύσε
(εσείς) χύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ χύνομαι
εσύ χύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό χύνεται
εμείς χυνόμαστε
εσείς χύνεστε / χυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χύνονται

Παρατατικός

εγώ χυνόμουν / χυνόμουνα
εσύ χυνόσουν / χυνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό χυνόταν / χυνότανε
εμείς χυνόμασταν / χυνόμαστε
εσείς χυνόσασταν / χυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χύνονταν / χυνόντουσαν

Αόριστος

εγώ χύθηκα
εσύ χύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό χύθηκε
εμείς χυθήκαμε
εσείς χυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χύθηκαν / χυθήκαν / χυθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα χύνομαι
εσύ θα χύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χύνεται
εμείς θα χυνόμαστε
εσείς θα χύνεστε / θα χυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χύνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα χυθώ
εσύ θα χυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χυθεί
εμείς θα χυθούμε
εσείς θα χυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χυθούν / θα χυθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να χυθώ
εσύ να χυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να χυθεί
εμείς να χυθούμε
εσείς να χυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χυθούν / χυθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω χυθεί
εσύ έχεις χυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χυθεί
εμείς έχουμε χυθεί
εσείς έχετε χυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χυθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα χυθεί
εσύ είχες χυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χυθεί
εμείς είχαμε χυθεί
εσείς είχατε χυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χυθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω χυθεί
εσύ θα έχεις χυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χυθεί
εμείς θα έχουμε χυθεί
εσείς θα έχετε χυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χυθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) χύνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) χύσου
(εσείς) χυθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

χύνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας χύσει

Μετοχή παρακειμένου

χυμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

χύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

χυθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.