to digest (food, etc.)
Πλήρης κλίση του ρήματος χωνεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χωνεύω
εσύ χωνεύεις
αυτός/αυτή/αυτό χωνεύει
εμείς χωνεύουμε
εσείς χωνεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά χωνεύουν / χωνεύουνε
Παρατατικός
εγώ χώνευα
εσύ χώνευες
αυτός/αυτή/αυτό χώνευε
εμείς χωνεύαμε
εσείς χωνεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά χώνευαν / χωνεύαν / χωνεύανε
Αόριστος
εγώ χώνεψα
εσύ χώνεψες
αυτός/αυτή/αυτό χώνεψε
εμείς χωνέψαμε
εσείς χωνέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά χώνεψαν / χωνέψαν / χωνέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χωνεύω
εσύ θα χωνεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χωνεύει
εμείς θα χωνεύουμε
εσείς θα χωνεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χωνεύουν / θα χωνεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χωνέψω
εσύ θα χωνέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χωνέψει
εμείς θα χωνέψουμε
εσείς θα χωνέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χωνέψουν / θα χωνέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χωνέψω
εσύ να χωνέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να χωνέψει
εμείς να χωνέψουμε
εσείς να χωνέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χωνέψουν / χωνέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χωνέψει
εσύ έχεις χωνέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χωνέψει
εμείς έχουμε χωνέψει
εσείς έχετε χωνέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χωνέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χωνέψει
εσύ είχες χωνέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χωνέψει
εμείς είχαμε χωνέψει
εσείς είχατε χωνέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χωνέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χωνέψει
εσύ θα έχεις χωνέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χωνέψει
εμείς θα έχουμε χωνέψει
εσείς θα έχετε χωνέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χωνέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χώνευε
(εσείς) χωνεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χώνεψε / χώνευ'
(εσείς) χωνέψτε / χωνεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χωνεύομαι
εσύ χωνεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό χωνεύεται
εμείς χωνευόμαστε
εσείς χωνεύεστε / χωνευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χωνεύονται
Παρατατικός
εγώ χωνευόμουν / χωνευόμουνα
εσύ χωνευόσουν / χωνευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό χωνευόταν / χωνευότανε
εμείς χωνευόμασταν / χωνευόμαστε
εσείς χωνευόσασταν / χωνευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χωνεύονταν / χωνευόντουσαν
Αόριστος
εγώ χωνεύτηκα
εσύ χωνεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό χωνεύτηκε
εμείς χωνευτήκαμε
εσείς χωνευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χωνεύτηκαν / χωνευτήκαν / χωνευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χωνεύομαι
εσύ θα χωνεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χωνεύεται
εμείς θα χωνευόμαστε
εσείς θα χωνεύεστε / θα χωνευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χωνεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χωνευτώ
εσύ θα χωνευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χωνευτεί
εμείς θα χωνευτούμε
εσείς θα χωνευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χωνευτούν / θα χωνευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χωνευτώ
εσύ να χωνευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να χωνευτεί
εμείς να χωνευτούμε
εσείς να χωνευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χωνευτούν / χωνευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χωνευτεί
εσύ έχεις χωνευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χωνευτεί
εμείς έχουμε χωνευτεί
εσείς έχετε χωνευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χωνευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χωνευτεί
εσύ είχες χωνευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χωνευτεί
εμείς είχαμε χωνευτεί
εσείς είχατε χωνευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χωνευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χωνευτεί
εσύ θα έχεις χωνευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χωνευτεί
εμείς θα έχουμε χωνευτεί
εσείς θα έχετε χωνευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χωνευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χωνεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χωνέψου
(εσείς) χωνευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χωνεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας χωνέψει
Μετοχή παρακειμένου
χωνεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
χωνέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
χωνευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.