to limp, to hobble (to walk lamely)
Πλήρης κλίση του ρήματος χωλαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χωλαίνω
εσύ χωλαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό χωλαίνει
εμείς χωλαίνουμε
εσείς χωλαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά χωλαίνουν / χωλαίνουνε
Παρατατικός
εγώ χώλαινα
εσύ χώλαινες
αυτός/αυτή/αυτό χώλαινε
εμείς χωλαίναμε
εσείς χωλαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά χώλαιναν / χωλαίναν / χωλαίνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χωλαίνω
εσύ θα χωλαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χωλαίνει
εμείς θα χωλαίνουμε
εσείς θα χωλαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χωλαίνουν / θα χωλαίνουνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χώλαινε
(εσείς) χωλαίνετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χωλαίνοντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.