to make consumptive, give tuberculosis
Πλήρης κλίση του ρήματος χτικιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χτικιάζω
εσύ χτικιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό χτικιάζει
εμείς χτικιάζουμε
εσείς χτικιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά χτικιάζουν / χτικιάζουνε
Παρατατικός
εγώ χτίκιαζα
εσύ χτίκιαζες
αυτός/αυτή/αυτό χτίκιαζε
εμείς χτικιάζαμε
εσείς χτικιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά χτίκιαζαν / χτικιάζαν / χτικιάζανε
Αόριστος
εγώ χτίκιασα
εσύ χτίκιασες
αυτός/αυτή/αυτό χτίκιασε
εμείς χτικιάσαμε
εσείς χτικιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χτίκιασαν / χτικιάσαν / χτικιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χτικιάζω
εσύ θα χτικιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χτικιάζει
εμείς θα χτικιάζουμε
εσείς θα χτικιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χτικιάζουν / θα χτικιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χτικιάσω
εσύ θα χτικιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χτικιάσει
εμείς θα χτικιάσουμε
εσείς θα χτικιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χτικιάσουν / θα χτικιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χτικιάσω
εσύ να χτικιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χτικιάσει
εμείς να χτικιάσουμε
εσείς να χτικιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χτικιάσουν / χτικιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χτικιάσει
εσύ έχεις χτικιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χτικιάσει
εμείς έχουμε χτικιάσει
εσείς έχετε χτικιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χτικιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χτικιάσει
εσύ είχες χτικιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χτικιάσει
εμείς είχαμε χτικιάσει
εσείς είχατε χτικιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χτικιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χτικιάσει
εσύ θα έχεις χτικιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χτικιάσει
εμείς θα έχουμε χτικιάσει
εσείς θα έχετε χτικιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χτικιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χτίκιαζε
(εσείς) χτικιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χτίκιασε
(εσείς) χτικιάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χτικιάζοντας / έχοντας χτικιάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
χτικιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
χτικιάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.