Κλίση του ρήματος χτενίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

χτενίζω
to comb, groom
Πλήρης κλίση του ρήματος χτενίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ χτενίζω
εσύ χτενίζεις
αυτός/αυτή/αυτό χτενίζει
εμείς χτενίζουμε
εσείς χτενίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά χτενίζουν / χτενίζουνε

Παρατατικός

εγώ χτένιζα
εσύ χτένιζες
αυτός/αυτή/αυτό χτένιζε
εμείς χτενίζαμε
εσείς χτενίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά χτένιζαν / χτενίζαν / χτενίζανε

Αόριστος

εγώ χτένισα
εσύ χτένισες
αυτός/αυτή/αυτό χτένισε
εμείς χτενίσαμε
εσείς χτενίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χτένισαν / χτενίσαν / χτενίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα χτενίζω
εσύ θα χτενίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χτενίζει
εμείς θα χτενίζουμε
εσείς θα χτενίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χτενίζουν / θα χτενίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα χτενίσω
εσύ θα χτενίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χτενίσει
εμείς θα χτενίσουμε
εσείς θα χτενίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χτενίσουν / θα χτενίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να χτενίσω
εσύ να χτενίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χτενίσει
εμείς να χτενίσουμε
εσείς να χτενίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χτενίσουν / χτενίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω χτενίσει
εσύ έχεις χτενίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χτενίσει
εμείς έχουμε χτενίσει
εσείς έχετε χτενίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χτενίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα χτενίσει
εσύ είχες χτενίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χτενίσει
εμείς είχαμε χτενίσει
εσείς είχατε χτενίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χτενίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω χτενίσει
εσύ θα έχεις χτενίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χτενίσει
εμείς θα έχουμε χτενίσει
εσείς θα έχετε χτενίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χτενίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) χτενίζε
(εσείς) χτενίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) χτενίσε
(εσείς) χτενίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ χτενίζομαι
εσύ χτενίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό χτενίζεται
εμείς χτενίζόμαστε
εσείς χτενίζεστε / χτενίζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χτενίζονται

Παρατατικός

εγώ χτενίζόμουν / χτενίζόμουνα
εσύ χτενίζόσουν / χτενίζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό χτενίζόταν / χτενίζότανε
εμείς χτενίζόμασταν / χτενίζόμαστε
εσείς χτενίζόσασταν / χτενίζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χτενίζονταν / χτενίζόντουσαν

Αόριστος

εγώ χτενίστηκα
εσύ χτενίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό χτενίστηκε
εμείς χτενιστήκαμε
εσείς χτενιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χτενίστηκαν / χτενιστήκαν / χτενιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα χτενίζομαι
εσύ θα χτενίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χτενίζεται
εμείς θα χτενίζόμαστε
εσείς θα χτενίζεστε / θα χτενίζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χτενίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα χτενιστώ
εσύ θα χτενιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χτενιστεί
εμείς θα χτενιστούμε
εσείς θα χτενιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χτενιστούν / θα χτενιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να χτενιστώ
εσύ να χτενιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να χτενιστεί
εμείς να χτενιστούμε
εσείς να χτενιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χτενιστούν / χτενιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω χτενιστεί
εσύ έχεις χτενιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χτενιστεί
εμείς έχουμε χτενιστεί
εσείς έχετε χτενιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χτενιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα χτενιστεί
εσύ είχες χτενιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χτενιστεί
εμείς είχαμε χτενιστεί
εσείς είχατε χτενιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χτενιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω χτενιστεί
εσύ θα έχεις χτενιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χτενιστεί
εμείς θα έχουμε χτενιστεί
εσείς θα έχετε χτενιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χτενιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) χτενίζου
(εσείς) χτενίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) χτενίσου
(εσείς) χτενιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

χτενίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας χτενίσει

Μετοχή παρακειμένου

χτενισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

χτενίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

χτενιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.