to use, employ, put to use, utilise
Πλήρης κλίση του ρήματος χρησιμοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χρησιμοποιώ
εσύ χρησιμοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό χρησιμοποιεί
εμείς χρησιμοποιούμε
εσείς χρησιμοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά χρησιμοποιούν / χρησιμοποιούνε
Παρατατικός
εγώ χρησιμοποιούσα
εσύ χρησιμοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό χρησιμοποιούσε
εμείς χρησιμοποιούσαμε
εσείς χρησιμοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χρησιμοποιούσαν / χρησιμοποιούσανε
Αόριστος
εγώ χρησιμοποίησα
εσύ χρησιμοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό χρησιμοποίησε
εμείς χρησιμοποιήσαμε
εσείς χρησιμοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χρησιμοποίησαν / χρησιμοποιήσαν / χρησιμοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χρησιμοποιώ
εσύ θα χρησιμοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χρησιμοποιεί
εμείς θα χρησιμοποιούμε
εσείς θα χρησιμοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χρησιμοποιούν / θα χρησιμοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χρησιμοποιήσω
εσύ θα χρησιμοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χρησιμοποιήσει
εμείς θα χρησιμοποιήσουμε
εσείς θα χρησιμοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χρησιμοποιήσουν / θα χρησιμοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χρησιμοποιήσω
εσύ να χρησιμοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χρησιμοποιήσει
εμείς να χρησιμοποιήσουμε
εσείς να χρησιμοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χρησιμοποιήσουν / χρησιμοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χρησιμοποιήσει
εσύ έχεις χρησιμοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χρησιμοποιήσει
εμείς έχουμε χρησιμοποιήσει
εσείς έχετε χρησιμοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χρησιμοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χρησιμοποιήσει
εσύ είχες χρησιμοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χρησιμοποιήσει
εμείς είχαμε χρησιμοποιήσει
εσείς είχατε χρησιμοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χρησιμοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χρησιμοποιήσει
εσύ θα έχεις χρησιμοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χρησιμοποιήσει
εμείς θα έχουμε χρησιμοποιήσει
εσείς θα έχετε χρησιμοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χρησιμοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χρησιμοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χρησιμοποίησε
(εσείς) χρησιμοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χρησιμοποιούμαι
εσύ χρησιμοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό χρησιμοποιείται
εμείς χρησιμοποιούμαστε / χρησιμοποιόμαστε
εσείς χρησιμοποιείστε / χρησιμοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χρησιμοποιούνται
Παρατατικός
εγώ χρησιμοποιούμουν / χρησιμοποιούμουνα / χρησιμοποιόμουν / χρησιμοποιόμουνα
εσύ χρησιμοποιόσουν / χρησιμοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό χρησιμοποιούνταν / χρησιμοποιόταν / χρησιμοποιότανε / χρησιμοποιείτο
εμείς χρησιμοποιούμασταν / ‑ούμαστε / χρησιμοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς χρησιμοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χρησιμοποιούνταν / χρησιμοποιόνταν / χρησιμοποιόντανε / χρησιμοποιόντουσαν / χρησιμοποιούντο
Αόριστος
εγώ χρησιμοποιήθηκα
εσύ χρησιμοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό χρησιμοποιήθηκε
εμείς χρησιμοποιηθήκαμε
εσείς χρησιμοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χρησιμοποιήθηκαν / χρησιμοποιηθήκαν / χρησιμοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χρησιμοποιούμαι
εσύ θα χρησιμοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χρησιμοποιείται
εμείς θα χρησιμοποιούμαστε / θα χρησιμοποιόμαστε
εσείς θα χρησιμοποιείστε / θα χρησιμοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χρησιμοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χρησιμοποιηθώ
εσύ θα χρησιμοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χρησιμοποιηθεί
εμείς θα χρησιμοποιηθούμε
εσείς θα χρησιμοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χρησιμοποιηθούν / θα χρησιμοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χρησιμοποιηθώ
εσύ να χρησιμοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να χρησιμοποιηθεί
εμείς να χρησιμοποιηθούμε
εσείς να χρησιμοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χρησιμοποιηθούν / χρησιμοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χρησιμοποιηθεί
εσύ έχεις χρησιμοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χρησιμοποιηθεί
εμείς έχουμε χρησιμοποιηθεί
εσείς έχετε χρησιμοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χρησιμοποιηθεί
εσύ είχες χρησιμοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χρησιμοποιηθεί
εμείς είχαμε χρησιμοποιηθεί
εσείς είχατε χρησιμοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χρησιμοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χρησιμοποιηθεί
εσύ θα έχεις χρησιμοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χρησιμοποιηθεί
εμείς θα έχουμε χρησιμοποιηθεί
εσείς θα έχετε χρησιμοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χρησιμοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χρησιμοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χρησιμοποιήσου
(εσείς) χρησιμοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χρησιμοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας χρησιμοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
χρησιμοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
χρησιμοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
χρησιμοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
χρησιμοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.