to be useful, to be of use
Πλήρης κλίση του ρήματος χρησιμεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χρησιμεύω
εσύ χρησιμεύεις
αυτός/αυτή/αυτό χρησιμεύει
εμείς χρησιμεύουμε
εσείς χρησιμεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά χρησιμεύουν / χρησιμεύουνε
Παρατατικός
εγώ χρησίμευα
εσύ χρησίμευες
αυτός/αυτή/αυτό χρησίμευε
εμείς χρησιμεύαμε
εσείς χρησιμεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά χρησίμευαν / χρησιμεύαν / χρησιμεύανε
Αόριστος
εγώ χρησίμευσα / χρησίμεψα
εσύ χρησίμευσες / χρησίμεψες
αυτός/αυτή/αυτό χρησίμευσε / χρησίμεψε
εμείς χρησιμεύσαμε / χρησιμέψαμε
εσείς χρησιμεύσατε / χρησιμέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά χρησίμευσαν / χρησιμεύσαν / χρησιμεύσανε / χρησίμεψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χρησιμεύω
εσύ θα χρησιμεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χρησιμεύει
εμείς θα χρησιμεύουμε
εσείς θα χρησιμεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χρησιμεύουν / θα χρησιμεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χρησιμεύσω / θα χρησιμέψω
εσύ θα χρησιμεύσεις / θα χρησιμέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χρησιμεύσει / θα χρησιμέψει
εμείς θα χρησιμεύσουμε / θα χρησιμέψουμε
εσείς θα χρησιμεύσετε / θα χρησιμέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χρησιμεύσουν / θα χρησιμεύσουνε / θα χρησιμέψουν / θα χρησιμέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χρησιμεύσω / χρησιμέψω
εσύ να χρησιμεύσεις / χρησιμέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να χρησιμεύσει / χρησιμέψει
εμείς να χρησιμεύσουμε / χρησιμέψουμε
εσείς να χρησιμεύσετε / χρησιμέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χρησιμεύσουν / χρησιμεύσουνε / χρησιμέψουν / χρησιμέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χρησιμεύσει / χρησιμέψει
εσύ έχεις χρησιμεύσει / χρησιμέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χρησιμεύσει / χρησιμέψει
εμείς έχουμε χρησιμεύσει / χρησιμέψει
εσείς έχετε χρησιμεύσει / χρησιμέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χρησιμεύσει / χρησιμέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χρησιμεύσει / χρησιμέψει
εσύ είχες χρησιμεύσει / χρησιμέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χρησιμεύσει / χρησιμέψει
εμείς είχαμε χρησιμεύσει / χρησιμέψει
εσείς είχατε χρησιμεύσει / χρησιμέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χρησιμεύσει / χρησιμέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χρησιμεύσει / χρησιμέψει
εσύ θα έχεις χρησιμεύσει / χρησιμέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χρησιμεύσει / χρησιμέψει
εμείς θα έχουμε χρησιμεύσει / χρησιμέψει
εσείς θα έχετε χρησιμεύσει / χρησιμέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χρησιμεύσει / χρησιμέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χρησίμευε
(εσείς) χρησιμεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χρησίμευσε / χρησίμεψε
(εσείς) χρησιμεύστε / χρησιμέψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χρησιμεύοντας / έχοντας χρησιμεύσει
Απαρέμφατο
χρησιμεύσει / χρησιμέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.