to fund, to finance (provide money for)
Πλήρης κλίση του ρήματος χρηματοδοτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χρηματοδοτώ
εσύ χρηματοδοτείς
αυτός/αυτή/αυτό χρηματοδοτεί
εμείς χρηματοδοτούμε
εσείς χρηματοδοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά χρηματοδοτούν / χρηματοδοτούνε
Παρατατικός
εγώ χρηματοδοτούσα
εσύ χρηματοδοτούσες
αυτός/αυτή/αυτό χρηματοδοτούσε
εμείς χρηματοδοτούσαμε
εσείς χρηματοδοτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χρηματοδοτούσαν / χρηματοδοτούσανε
Αόριστος
εγώ χρηματοδότησα
εσύ χρηματοδότησες
αυτός/αυτή/αυτό χρηματοδότησε
εμείς χρηματοδοτήσαμε
εσείς χρηματοδοτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χρηματοδότησαν / χρηματοδοτήσαν / χρηματοδοτήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χρηματοδοτώ
εσύ θα χρηματοδοτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χρηματοδοτεί
εμείς θα χρηματοδοτούμε
εσείς θα χρηματοδοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χρηματοδοτούν / θα χρηματοδοτούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χρηματοδοτήσω
εσύ θα χρηματοδοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χρηματοδοτήσει
εμείς θα χρηματοδοτήσουμε
εσείς θα χρηματοδοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χρηματοδοτήσουν / θα χρηματοδοτήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χρηματοδοτήσω
εσύ να χρηματοδοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χρηματοδοτήσει
εμείς να χρηματοδοτήσουμε
εσείς να χρηματοδοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χρηματοδοτήσουν / χρηματοδοτήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χρηματοδοτήσει
εσύ έχεις χρηματοδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χρηματοδοτήσει
εμείς έχουμε χρηματοδοτήσει
εσείς έχετε χρηματοδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χρηματοδοτήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χρηματοδοτήσει
εσύ είχες χρηματοδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χρηματοδοτήσει
εμείς είχαμε χρηματοδοτήσει
εσείς είχατε χρηματοδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χρηματοδοτήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χρηματοδοτήσει
εσύ θα έχεις χρηματοδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χρηματοδοτήσει
εμείς θα έχουμε χρηματοδοτήσει
εσείς θα έχετε χρηματοδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χρηματοδοτήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χρηματοδοτείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χρηματοδότησε
(εσείς) χρηματοδοτήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χρηματοδοτούμαι
εσύ χρηματοδοτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό χρηματοδοτείται
εμείς χρηματοδοτούμαστε
εσείς χρηματοδοτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά χρηματοδοτούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό χρηματοδοτούνταν / χρηματοδοτείτο
εμείς χρηματοδοτούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χρηματοδοτούνταν / χρηματοδοτούντο
Αόριστος
εγώ χρηματοδοτήθηκα
εσύ χρηματοδοτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό χρηματοδοτήθηκε
εμείς χρηματοδοτηθήκαμε
εσείς χρηματοδοτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χρηματοδοτήθηκαν / χρηματοδοτηθήκαν / χρηματοδοτηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χρηματοδοτούμαι
εσύ θα χρηματοδοτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χρηματοδοτείται
εμείς θα χρηματοδοτούμαστε
εσείς θα χρηματοδοτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χρηματοδοτούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χρηματοδοτηθώ
εσύ θα χρηματοδοτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χρηματοδοτηθεί
εμείς θα χρηματοδοτηθούμε
εσείς θα χρηματοδοτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χρηματοδοτηθούν / θα χρηματοδοτηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χρηματοδοτηθώ
εσύ να χρηματοδοτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να χρηματοδοτηθεί
εμείς να χρηματοδοτηθούμε
εσείς να χρηματοδοτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χρηματοδοτηθούν / χρηματοδοτηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χρηματοδοτηθεί
εσύ έχεις χρηματοδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χρηματοδοτηθεί
εμείς έχουμε χρηματοδοτηθεί
εσείς έχετε χρηματοδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χρηματοδοτηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χρηματοδοτηθεί
εσύ είχες χρηματοδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χρηματοδοτηθεί
εμείς είχαμε χρηματοδοτηθεί
εσείς είχατε χρηματοδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χρηματοδοτηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χρηματοδοτηθεί
εσύ θα έχεις χρηματοδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χρηματοδοτηθεί
εμείς θα έχουμε χρηματοδοτηθεί
εσείς θα έχετε χρηματοδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χρηματοδοτηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χρηματοδοτείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χρηματοδοτήσου
(εσείς) χρηματοδοτηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χρηματοδοτώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας χρηματοδοτήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
χρηματοδοτούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
χρηματοδοτημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
χρηματοδοτήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
χρηματοδοτηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.