to glut, satiate
Πλήρης κλίση του ρήματος χορταίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χορταίνω
εσύ χορταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό χορταίνει
εμείς χορταίνουμε
εσείς χορταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά χορταίνουν / χορταίνουνε
Παρατατικός
εγώ χόρταινα
εσύ χόρταινες
αυτός/αυτή/αυτό χόρταινε
εμείς χορταίναμε
εσείς χορταίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά χόρταιναν / χορταίναν / χορταίνανε
Αόριστος
εγώ χόρτασα
εσύ χόρτασες
αυτός/αυτή/αυτό χόρτασε
εμείς χορτάσαμε
εσείς χορτάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χόρτασαν / χορτάσαν / χορτάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χορταίνω
εσύ θα χορταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χορταίνει
εμείς θα χορταίνουμε
εσείς θα χορταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χορταίνουν / θα χορταίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χορτάσω
εσύ θα χορτάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χορτάσει
εμείς θα χορτάσουμε
εσείς θα χορτάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χορτάσουν / θα χορτάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χορτάσω
εσύ να χορτάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χορτάσει
εμείς να χορτάσουμε
εσείς να χορτάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χορτάσουν / χορτάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χορτάσει
εσύ έχεις χορτάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χορτάσει
εμείς έχουμε χορτάσει
εσείς έχετε χορτάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χορτάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χορτάσει
εσύ είχες χορτάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χορτάσει
εμείς είχαμε χορτάσει
εσείς είχατε χορτάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χορτάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χορτάσει
εσύ θα έχεις χορτάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χορτάσει
εμείς θα έχουμε χορτάσει
εσείς θα έχετε χορτάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χορτάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χόρταινε
(εσείς) χορταίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χόρτασε
(εσείς) χορτάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χορταίνοντας / έχοντας χορτάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
χορτασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
χορτάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.