to get fat, to fatten
Πλήρης κλίση του ρήματος χοντραίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χοντραίνω
εσύ χοντραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό χοντραίνει
εμείς χοντραίνουμε
εσείς χοντραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά χοντραίνουν / χοντραίνουνε
Παρατατικός
εγώ χόντραινα
εσύ χόντραινες
αυτός/αυτή/αυτό χόντραινε
εμείς χοντραίναμε
εσείς χοντραίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά χόντραιναν / χοντραίναν / χοντραίνανε
Αόριστος
εγώ χόντρυνα
εσύ χόντρυνες
αυτός/αυτή/αυτό χόντρυνε
εμείς χοντρύναμε
εσείς χοντρύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά χόντρυναν / χοντρύναν / χοντρύνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χοντραίνω
εσύ θα χοντραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χοντραίνει
εμείς θα χοντραίνουμε
εσείς θα χοντραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χοντραίνουν / θα χοντραίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χοντρύνω
εσύ θα χοντρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χοντρύνει
εμείς θα χοντρύνουμε
εσείς θα χοντρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χοντρύνουν / θα χοντρύνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χοντρύνω
εσύ να χοντρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να χοντρύνει
εμείς να χοντρύνουμε
εσείς να χοντρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χοντρύνουν / χοντρύνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χοντρύνει
εσύ έχεις χοντρύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χοντρύνει
εμείς έχουμε χοντρύνει
εσείς έχετε χοντρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χοντρύνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χοντρύνει
εσύ είχες χοντρύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χοντρύνει
εμείς είχαμε χοντρύνει
εσείς είχατε χοντρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χοντρύνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χοντρύνει
εσύ θα έχεις χοντρύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χοντρύνει
εμείς θα έχουμε χοντρύνει
εσείς θα έχετε χοντρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χοντρύνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χόντραινε
(εσείς) χοντραίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χόντρυνε
(εσείς) χοντρύντε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χοντραίνοντας / έχοντας χοντρύνει
Απαρέμφατο
χοντρύνει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.