to neigh (the sound made by a horse)
Πλήρης κλίση του ρήματος χλιμιντρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χλιμιντρίζω
εσύ χλιμιντρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό χλιμιντρίζει
εμείς χλιμιντρίζουμε
εσείς χλιμιντρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά χλιμιντρίζουν / χλιμιντρίζουνε
Παρατατικός
εγώ χλιμίντριζα
εσύ χλιμίντριζες
αυτός/αυτή/αυτό χλιμίντριζε
εμείς χλιμιντρίζαμε
εσείς χλιμιντρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά χλιμίντριζαν / χλιμιντρίζαν / χλιμιντρίζανε
Αόριστος
εγώ χλιμίντρισα
εσύ χλιμίντρισες
αυτός/αυτή/αυτό χλιμίντρισε
εμείς χλιμιντρίσαμε
εσείς χλιμιντρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χλιμίντρισαν / χλιμιντρίσαν / χλιμιντρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χλιμιντρίζω
εσύ θα χλιμιντρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χλιμιντρίζει
εμείς θα χλιμιντρίζουμε
εσείς θα χλιμιντρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χλιμιντρίζουν / θα χλιμιντρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χλιμιντρίσω
εσύ θα χλιμιντρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χλιμιντρίσει
εμείς θα χλιμιντρίσουμε
εσείς θα χλιμιντρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χλιμιντρίσουν / θα χλιμιντρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χλιμιντρίσω
εσύ να χλιμιντρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χλιμιντρίσει
εμείς να χλιμιντρίσουμε
εσείς να χλιμιντρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χλιμιντρίσουν / χλιμιντρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χλιμιντρίσει
εσύ έχεις χλιμιντρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χλιμιντρίσει
εμείς έχουμε χλιμιντρίσει
εσείς έχετε χλιμιντρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χλιμιντρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χλιμιντρίσει
εσύ είχες χλιμιντρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χλιμιντρίσει
εμείς είχαμε χλιμιντρίσει
εσείς είχατε χλιμιντρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χλιμιντρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χλιμιντρίσει
εσύ θα έχεις χλιμιντρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χλιμιντρίσει
εμείς θα έχουμε χλιμιντρίσει
εσείς θα έχετε χλιμιντρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χλιμιντρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χλιμίντριζε
(εσείς) χλιμιντρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χλιμίντρισε
(εσείς) χλιμιντρίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χλιμιντρίζοντας / έχοντας χλιμιντρίσει
Απαρέμφατο
χλιμιντρίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.