to snow, to be snowing
Πλήρης κλίση του ρήματος χιονίζει: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
αυτός/αυτή/αυτό χιονίζει
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό χιόνιζε
Αόριστος
αυτός/αυτή/αυτό χιόνισε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
αυτός/αυτή/αυτό θα χιονίζει
Στιγμιαίος μέλλοντας
αυτός/αυτή/αυτό θα χιονίσει
Υποτακτική (να)
αυτός/αυτή/αυτό να χιονίσει
Παρακείμενος
εγώ έχω χιονίζει
εσύ έχεις χιονίζει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χιονίζει
εμείς έχουμε χιονίζει
εσείς έχετε χιονίζει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χιονίζει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χιονίζει
εσύ είχες χιονίζει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χιονίζει
εμείς είχαμε χιονίζει
εσείς είχατε χιονίζει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χιονίζει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χιονίζει
εσύ θα έχεις χιονίζει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χιονίζει
εμείς θα έχουμε χιονίζει
εσείς θα έχετε χιονίζει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χιονίζει
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
χιονισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
χιονίζει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.