to deteriorate, to worsen, to get worse
Πλήρης κλίση του ρήματος χειροτερεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χειροτερεύω
εσύ χειροτερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό χειροτερεύει
εμείς χειροτερεύουμε
εσείς χειροτερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά χειροτερεύουν / χειροτερεύουνε
Παρατατικός
εγώ χειροτέρευα
εσύ χειροτέρευες
αυτός/αυτή/αυτό χειροτέρευε
εμείς χειροτερεύαμε
εσείς χειροτερεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά χειροτέρευαν / χειροτερεύαν / χειροτερεύανε
Αόριστος
εγώ χειροτέρεψα / χειροτέρευσα
εσύ χειροτέρεψες / χειροτέρευσες
αυτός/αυτή/αυτό χειροτέρεψε / χειροτέρευσε
εμείς χειροτερέψαμε / χειροτερεύσαμε
εσείς χειροτερέψατε / χειροτερεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χειροτέρεψαν / χειροτερέψαν / χειροτερέψανε / χειροτέρευσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χειροτερεύω
εσύ θα χειροτερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χειροτερεύει
εμείς θα χειροτερεύουμε
εσείς θα χειροτερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χειροτερεύουν / θα χειροτερεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χειροτερέψω / θα χειροτερεύσω
εσύ θα χειροτερέψεις / θα χειροτερεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χειροτερέψει / θα χειροτερεύσει
εμείς θα χειροτερέψουμε / θα χειροτερεύσουμε
εσείς θα χειροτερέψετε / θα χειροτερεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χειροτερέψουν / θα χειροτερέψουνε / θα χειροτερεύσουν / θα χειροτερεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χειροτερέψω / χειροτερεύσω
εσύ να χειροτερέψεις / χειροτερεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χειροτερέψει / χειροτερεύσει
εμείς να χειροτερέψουμε / χειροτερεύσουμε
εσείς να χειροτερέψετε / χειροτερεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χειροτερέψουν / χειροτερέψουνε / χειροτερεύσουν / χειροτερεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χειροτερέψει / χειροτερεύσει
εσύ έχεις χειροτερέψει / χειροτερεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χειροτερέψει / χειροτερεύσει
εμείς έχουμε χειροτερέψει / χειροτερεύσει
εσείς έχετε χειροτερέψει / χειροτερεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χειροτερέψει / χειροτερεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χειροτερέψει / χειροτερεύσει
εσύ είχες χειροτερέψει / χειροτερεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χειροτερέψει / χειροτερεύσει
εμείς είχαμε χειροτερέψει / χειροτερεύσει
εσείς είχατε χειροτερέψει / χειροτερεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χειροτερέψει / χειροτερεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χειροτερέψει / χειροτερεύσει
εσύ θα έχεις χειροτερέψει / χειροτερεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χειροτερέψει / χειροτερεύσει
εμείς θα έχουμε χειροτερέψει / χειροτερεύσει
εσείς θα έχετε χειροτερέψει / χειροτερεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χειροτερέψει / χειροτερεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χειροτέρευε
(εσείς) χειροτερεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χειροτέρεψε / χειροτέρευσε
(εσείς) χειροτερέψτε / χειροτερεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χειροτερεύοντας / έχοντας χειροτερέψει
Απαρέμφατο
χειροτερέψει / χειροτερεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.