Κλίση του ρήματος χασομερώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

χασομερώ
to dally, to dilly-dally, to dawdle, to fanny about, to loiter, to waste time
Πλήρης κλίση του ρήματος χασομερώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ χασομεράω / χασομερώ
εσύ χασομεράς
αυτός/αυτή/αυτό χασομεράει / χασομερά
εμείς χασομεράμε / χασομερούμε
εσείς χασομεράτε
αυτοί/αυτές/αυτά χασομεράνε / χασομεράν / χασομερούν / χασομερούνε

Παρατατικός

εγώ χασομερούσα / χασομέραγα
εσύ χασομερούσες / χασομέραγες
αυτός/αυτή/αυτό χασομερούσε / χασομέραγε
εμείς χασομερούσαμε / χασομεράγαμε
εσείς χασομερούσατε / χασομεράγατε
αυτοί/αυτές/αυτά χασομερούσαν / χασομερούσανε / χασομέραγαν / χασομεράγανε

Αόριστος

εγώ χασομέρησα
εσύ χασομέρησες
αυτός/αυτή/αυτό χασομέρησε
εμείς χασομερήσαμε
εσείς χασομερήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χασομέρησαν / χασομερήσαν / χασομερήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα χασομεράω / θα χασομερώ
εσύ θα χασομεράς
αυτός/αυτή/αυτό θα χασομεράει / θα χασομερά
εμείς θα χασομεράμε / θα χασομερούμε
εσείς θα χασομεράτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χασομεράνε / θα χασομεράν / θα χασομερούν / θα χασομερούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα χασομερήσω
εσύ θα χασομερήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χασομερήσει
εμείς θα χασομερήσουμε
εσείς θα χασομερήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χασομερήσουν / θα χασομερήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να χασομερήσω
εσύ να χασομερήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χασομερήσει
εμείς να χασομερήσουμε
εσείς να χασομερήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χασομερήσουν / χασομερήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω χασομερήσει
εσύ έχεις χασομερήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χασομερήσει
εμείς έχουμε χασομερήσει
εσείς έχετε χασομερήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χασομερήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα χασομερήσει
εσύ είχες χασομερήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χασομερήσει
εμείς είχαμε χασομερήσει
εσείς είχατε χασομερήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χασομερήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω χασομερήσει
εσύ θα έχεις χασομερήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χασομερήσει
εμείς θα έχουμε χασομερήσει
εσείς θα έχετε χασομερήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χασομερήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) χασομέραγε
(εσείς) χασομεράτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) χασομέρησε
(εσείς) χασομερήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

χασομερώντας / έχοντας χασομερήσει

Απαρέμφατο

χασομερήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.