to yawn, gape
Πλήρης κλίση του ρήματος χασμουριέμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χασμουριέμαι
εσύ χασμουριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό χασμουριέται
εμείς χασμουριόμαστε
εσείς χασμουριέστε / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χασμουριούνται / ‑ιόνται
Παρατατικός
εγώ χασμουριόμουν / χασμουριόμουνα
εσύ χασμουριόσουν / χασμουριόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό χασμουριόταν / χασμουριότανε
εμείς χασμουριόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς χασμουριόσασταν / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χασμουριόνταν / χασμουριόντανε / χασμουριόντουσαν / χασμουριούνταν
Αόριστος
εγώ χασμουρήθηκα
εσύ χασμουρήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό χασμουρήθηκε
εμείς χασμουρηθήκαμε
εσείς χασμουρηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χασμουρήθηκαν / χασμουρηθήκαν / χασμουρηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χασμουριέμαι
εσύ θα χασμουριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χασμουριέται
εμείς θα χασμουριόμαστε
εσείς θα χασμουριέστε / θα ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χασμουριούνται / θα ‑ιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χασμουρηθώ
εσύ θα χασμουρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χασμουρηθεί
εμείς θα χασμουρηθούμε
εσείς θα χασμουρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χασμουρηθούν / θα χασμουρηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χασμουρηθώ
εσύ να χασμουρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να χασμουρηθεί
εμείς να χασμουρηθούμε
εσείς να χασμουρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χασμουρηθούν / χασμουρηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χασμουρηθεί
εσύ έχεις χασμουρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χασμουρηθεί
εμείς έχουμε χασμουρηθεί
εσείς έχετε χασμουρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χασμουρηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χασμουρηθεί
εσύ είχες χασμουρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χασμουρηθεί
εμείς είχαμε χασμουρηθεί
εσείς είχατε χασμουρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χασμουρηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χασμουρηθεί
εσύ θα έχεις χασμουρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χασμουρηθεί
εμείς θα έχουμε χασμουρηθεί
εσείς θα έχετε χασμουρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χασμουρηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χασμουριέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χασμουρήσου
(εσείς) χασμουρηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
χασμουρηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.