Κλίση του ρήματος χαρχαλεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

χαρχαλεύω
to rummage, fumble (search awkwardly and usually loudly in trying to find something)
Πλήρης κλίση του ρήματος χαρχαλεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ χαρχαλεύω
εσύ χαρχαλεύεις
αυτός/αυτή/αυτό χαρχαλεύει
εμείς χαρχαλεύουμε
εσείς χαρχαλεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά χαρχαλεύουν / χαρχαλεύουνε

Παρατατικός

εγώ χαρχάλευα
εσύ χαρχάλευες
αυτός/αυτή/αυτό χαρχάλευε
εμείς χαρχαλεύαμε
εσείς χαρχαλεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά χαρχάλευαν / χαρχαλεύαν / χαρχαλεύανε

Αόριστος

εγώ χαρχάλεψα
εσύ χαρχάλεψες
αυτός/αυτή/αυτό χαρχάλεψε
εμείς χαρχαλέψαμε
εσείς χαρχαλέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά χαρχάλεψαν / χαρχαλέψαν / χαρχαλέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα χαρχαλεύω
εσύ θα χαρχαλεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χαρχαλεύει
εμείς θα χαρχαλεύουμε
εσείς θα χαρχαλεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαρχαλεύουν / θα χαρχαλεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα χαρχαλέψω
εσύ θα χαρχαλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χαρχαλέψει
εμείς θα χαρχαλέψουμε
εσείς θα χαρχαλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαρχαλέψουν / θα χαρχαλέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να χαρχαλέψω
εσύ να χαρχαλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να χαρχαλέψει
εμείς να χαρχαλέψουμε
εσείς να χαρχαλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χαρχαλέψουν / χαρχαλέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω χαρχαλέψει
εσύ έχεις χαρχαλέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χαρχαλέψει
εμείς έχουμε χαρχαλέψει
εσείς έχετε χαρχαλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χαρχαλέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα χαρχαλέψει
εσύ είχες χαρχαλέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χαρχαλέψει
εμείς είχαμε χαρχαλέψει
εσείς είχατε χαρχαλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χαρχαλέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω χαρχαλέψει
εσύ θα έχεις χαρχαλέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χαρχαλέψει
εμείς θα έχουμε χαρχαλέψει
εσείς θα έχετε χαρχαλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χαρχαλέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) χαρχάλευε
(εσείς) χαρχαλεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) χαρχάλεψε / χαρχάλευ'
(εσείς) χαρχαλέψτε / χαρχαλεύτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

χαρχαλεύοντας / έχοντας χαρχαλέψει

Απαρέμφατο

χαρχαλέψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.