to characterize (to be typical of)
Πλήρης κλίση του ρήματος χαρακτηρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χαρακτηρίζω
εσύ χαρακτηρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό χαρακτηρίζει
εμείς χαρακτηρίζουμε
εσείς χαρακτηρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά χαρακτηρίζουν / χαρακτηρίζουνε
Παρατατικός
εγώ χαρακτήριζα
εσύ χαρακτήριζες
αυτός/αυτή/αυτό χαρακτήριζε
εμείς χαρακτηρίζαμε
εσείς χαρακτηρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά χαρακτήριζαν / χαρακτηρίζαν / χαρακτηρίζανε
Αόριστος
εγώ χαρακτήρισα
εσύ χαρακτήρισες
αυτός/αυτή/αυτό χαρακτήρισε
εμείς χαρακτηρίσαμε
εσείς χαρακτηρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χαρακτήρισαν / χαρακτηρίσαν / χαρακτηρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χαρακτηρίζω
εσύ θα χαρακτηρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χαρακτηρίζει
εμείς θα χαρακτηρίζουμε
εσείς θα χαρακτηρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαρακτηρίζουν / θα χαρακτηρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαρακτηρίσω
εσύ θα χαρακτηρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χαρακτηρίσει
εμείς θα χαρακτηρίσουμε
εσείς θα χαρακτηρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαρακτηρίσουν / θα χαρακτηρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χαρακτηρίσω
εσύ να χαρακτηρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χαρακτηρίσει
εμείς να χαρακτηρίσουμε
εσείς να χαρακτηρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χαρακτηρίσουν / χαρακτηρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χαρακτηρίσει
εσύ έχεις χαρακτηρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χαρακτηρίσει
εμείς έχουμε χαρακτηρίσει
εσείς έχετε χαρακτηρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χαρακτηρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χαρακτηρίσει
εσύ είχες χαρακτηρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χαρακτηρίσει
εμείς είχαμε χαρακτηρίσει
εσείς είχατε χαρακτηρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χαρακτηρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χαρακτηρίσει
εσύ θα έχεις χαρακτηρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χαρακτηρίσει
εμείς θα έχουμε χαρακτηρίσει
εσείς θα έχετε χαρακτηρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χαρακτηρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χαρακτήριζε
(εσείς) χαρακτηρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χαρακτήρισε
(εσείς) χαρακτηρίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χαρακτηρίζομαι
εσύ χαρακτηρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό χαρακτηρίζεται
εμείς χαρακτηριζόμαστε
εσείς χαρακτηρίζεστε / χαρακτηριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χαρακτηρίζονται
Παρατατικός
εγώ χαρακτηριζόμουν / χαρακτηριζόμουνα
εσύ χαρακτηριζόσουν / χαρακτηριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό χαρακτηριζόταν / χαρακτηριζότανε
εμείς χαρακτηριζόμασταν / χαρακτηριζόμαστε
εσείς χαρακτηριζόσασταν / χαρακτηριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χαρακτηρίζονταν / χαρακτηριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ χαρακτηρίστηκα
εσύ χαρακτηρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό χαρακτηρίστηκε
εμείς χαρακτηριστήκαμε
εσείς χαρακτηριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χαρακτηρίστηκαν / χαρακτηριστήκαν / χαρακτηριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χαρακτηρίζομαι
εσύ θα χαρακτηρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χαρακτηρίζεται
εμείς θα χαρακτηριζόμαστε
εσείς θα χαρακτηρίζεστε / θα χαρακτηριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαρακτηρίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαρακτηριστώ
εσύ θα χαρακτηριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χαρακτηριστεί
εμείς θα χαρακτηριστούμε
εσείς θα χαρακτηριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαρακτηριστούν / θα χαρακτηριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χαρακτηριστώ
εσύ να χαρακτηριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να χαρακτηριστεί
εμείς να χαρακτηριστούμε
εσείς να χαρακτηριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χαρακτηριστούν / χαρακτηριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χαρακτηριστεί
εσύ έχεις χαρακτηριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χαρακτηριστεί
εμείς έχουμε χαρακτηριστεί
εσείς έχετε χαρακτηριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χαρακτηριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χαρακτηριστεί
εσύ είχες χαρακτηριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χαρακτηριστεί
εμείς είχαμε χαρακτηριστεί
εσείς είχατε χαρακτηριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χαρακτηριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χαρακτηριστεί
εσύ θα έχεις χαρακτηριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χαρακτηριστεί
εμείς θα έχουμε χαρακτηριστεί
εσείς θα έχετε χαρακτηριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χαρακτηριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χαρακτηρίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χαρακτηρίσου
(εσείς) χαρακτηριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χαρακτηρίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας χαρακτηρίσει
Μετοχή παρακειμένου
χαρακτηρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
χαρακτηρίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
χαρακτηριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.