to loosen, slacken (rope, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος χαλαρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χαλαρώνω
εσύ χαλαρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό χαλαρώνει
εμείς χαλαρώνουμε
εσείς χαλαρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά χαλαρώνουν / χαλαρώνουνε
Παρατατικός
εγώ χαλάρωνα
εσύ χαλάρωνες
αυτός/αυτή/αυτό χαλάρωνε
εμείς χαλαρώναμε
εσείς χαλαρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά χαλάρωναν / χαλαρώναν / χαλαρώνανε
Αόριστος
εγώ χαλάρωσα
εσύ χαλάρωσες
αυτός/αυτή/αυτό χαλάρωσε
εμείς χαλαρώσαμε
εσείς χαλαρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά χαλάρωσαν / χαλαρώσαν / χαλαρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χαλαρώνω
εσύ θα χαλαρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χαλαρώνει
εμείς θα χαλαρώνουμε
εσείς θα χαλαρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαλαρώνουν / θα χαλαρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαλαρώσω
εσύ θα χαλαρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χαλαρώσει
εμείς θα χαλαρώσουμε
εσείς θα χαλαρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαλαρώσουν / θα χαλαρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χαλαρώσω
εσύ να χαλαρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χαλαρώσει
εμείς να χαλαρώσουμε
εσείς να χαλαρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χαλαρώσουν / χαλαρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χαλαρώσει
εσύ έχεις χαλαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χαλαρώσει
εμείς έχουμε χαλαρώσει
εσείς έχετε χαλαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χαλαρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χαλαρώσει
εσύ είχες χαλαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χαλαρώσει
εμείς είχαμε χαλαρώσει
εσείς είχατε χαλαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χαλαρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χαλαρώσει
εσύ θα έχεις χαλαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χαλαρώσει
εμείς θα έχουμε χαλαρώσει
εσείς θα έχετε χαλαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χαλαρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χαλάρωνε
(εσείς) χαλαρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χαλάρωσε
(εσείς) χαλαρώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χαλαρώνοντας / έχοντας χαλαρώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
χαλαρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
χαλαρώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.