to become stupid
Πλήρης κλίση του ρήματος χαζεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χαζεύω
εσύ χαζεύεις
αυτός/αυτή/αυτό χαζεύει
εμείς χαζεύουμε
εσείς χαζεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά χαζεύουν / χαζεύουνε
Παρατατικός
εγώ χάζευα
εσύ χάζευες
αυτός/αυτή/αυτό χάζευε
εμείς χαζεύαμε
εσείς χαζεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά χάζευαν / χαζεύαν / χαζεύανε
Αόριστος
εγώ χάζεψα
εσύ χάζεψες
αυτός/αυτή/αυτό χάζεψε
εμείς χαζέψαμε
εσείς χαζέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά χάζεψαν / χαζέψαν / χαζέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χαζεύω
εσύ θα χαζεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χαζεύει
εμείς θα χαζεύουμε
εσείς θα χαζεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαζεύουν / θα χαζεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαζέψω
εσύ θα χαζέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χαζέψει
εμείς θα χαζέψουμε
εσείς θα χαζέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαζέψουν / θα χαζέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χαζέψω
εσύ να χαζέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να χαζέψει
εμείς να χαζέψουμε
εσείς να χαζέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χαζέψουν / χαζέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χαζέψει
εσύ έχεις χαζέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χαζέψει
εμείς έχουμε χαζέψει
εσείς έχετε χαζέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χαζέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χαζέψει
εσύ είχες χαζέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χαζέψει
εμείς είχαμε χαζέψει
εσείς είχατε χαζέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χαζέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χαζέψει
εσύ θα έχεις χαζέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χαζέψει
εμείς θα έχουμε χαζέψει
εσείς θα έχετε χαζέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χαζέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χάζευε
(εσείς) χαζεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χάζεψε / χάζευ'
(εσείς) χαζέψτε / χαζεύτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χαζεύοντας / έχοντας χαζέψει
Απαρέμφατο
χαζέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.