to shit, shite, take a shit, crap (defecate)
Πλήρης κλίση του ρήματος χέζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χέζω
εσύ χέζεις
αυτός/αυτή/αυτό χέζει
εμείς χέζουμε
εσείς χέζετε
αυτοί/αυτές/αυτά χέζουν / χέζουνε
Παρατατικός
εγώ έχεζα
εσύ έχεζες
αυτός/αυτή/αυτό έχεζε
εμείς χέζαμε
εσείς χέζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έχεζαν / χέζαν / χέζανε
Αόριστος
εγώ έχεσα
εσύ έχεσες
αυτός/αυτή/αυτό έχεσε
εμείς χέσαμε
εσείς χέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έχεσαν / χέσαν / χέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χέζω
εσύ θα χέζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χέζει
εμείς θα χέζουμε
εσείς θα χέζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χέζουν / θα χέζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χέσω
εσύ θα χέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χέσει
εμείς θα χέσουμε
εσείς θα χέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χέσουν / θα χέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χέσω
εσύ να χέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χέσει
εμείς να χέσουμε
εσείς να χέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χέσουν / χέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χέσει
εσύ έχεις χέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χέσει
εμείς έχουμε χέσει
εσείς έχετε χέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χέσει
εσύ είχες χέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χέσει
εμείς είχαμε χέσει
εσείς είχατε χέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χέσει
εσύ θα έχεις χέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χέσει
εμείς θα έχουμε χέσει
εσείς θα έχετε χέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χέζε
(εσείς) χέζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χέσε
(εσείς) χέστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χέζομαι
εσύ χέζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό χέζεται
εμείς χεζόμαστε
εσείς χέζεστε / χεζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χέζονται
Παρατατικός
εγώ χεζόμουν / χεζόμουνα
εσύ χεζόσουν / χεζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό χεζόταν / χεζότανε
εμείς χεζόμασταν / χεζόμαστε
εσείς χεζόσασταν / χεζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χέζονταν / χεζόντουσαν
Αόριστος
εγώ χέστηκα
εσύ χέστηκες
αυτός/αυτή/αυτό χέστηκε
εμείς χεστήκαμε
εσείς χεστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χέστηκαν / χεστήκαν / χεστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χέζομαι
εσύ θα χέζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χέζεται
εμείς θα χεζόμαστε
εσείς θα χέζεστε / θα χεζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χέζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χεστώ
εσύ θα χεστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χεστεί
εμείς θα χεστούμε
εσείς θα χεστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χεστούν / θα χεστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χεστώ
εσύ να χεστείς
αυτός/αυτή/αυτό να χεστεί
εμείς να χεστούμε
εσείς να χεστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χεστούν / χεστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χεστεί
εσύ έχεις χεστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χεστεί
εμείς έχουμε χεστεί
εσείς έχετε χεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χεστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χεστεί
εσύ είχες χεστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χεστεί
εμείς είχαμε χεστεί
εσείς είχατε χεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χεστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χεστεί
εσύ θα έχεις χεστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χεστεί
εμείς θα έχουμε χεστεί
εσείς θα έχετε χεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χεστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χέζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χέσου
(εσείς) χεστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χέζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας χέσει
Μετοχή παρακειμένου
χεσμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
χέσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
χεστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.