to gobble up, eat up, devour, eat like a horse, binge, overindulge, (idiomatic): wolf down, scarf down, pig out, stuff one's face (with gluttony)
Πλήρης κλίση του ρήματος χάφτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χάφτω
εσύ χάφτεις
αυτός/αυτή/αυτό χάφτει
εμείς χάφτουμε
εσείς χάφτετε
αυτοί/αυτές/αυτά χάφτουν / χάφτουνε
Παρατατικός
εγώ έχαφτα
εσύ έχαφτες
αυτός/αυτή/αυτό έχαφτε
εμείς χάφταμε
εσείς χάφτατε
αυτοί/αυτές/αυτά έχαφταν / χάφταν / χάφτανε
Αόριστος
εγώ έχαψα
εσύ έχαψες
αυτός/αυτή/αυτό έχαψε
εμείς χάψαμε
εσείς χάψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έχαψαν / χάψαν / χάψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χάφτω
εσύ θα χάφτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χάφτει
εμείς θα χάφτουμε
εσείς θα χάφτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χάφτουν / θα χάφτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χάψω
εσύ θα χάψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χάψει
εμείς θα χάψουμε
εσείς θα χάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χάψουν / θα χάψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χάψω
εσύ να χάψεις
αυτός/αυτή/αυτό να χάψει
εμείς να χάψουμε
εσείς να χάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χάψουν / χάψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χάψει
εσύ έχεις χάψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χάψει
εμείς έχουμε χάψει
εσείς έχετε χάψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χάψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χάψει
εσύ είχες χάψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χάψει
εμείς είχαμε χάψει
εσείς είχατε χάψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χάψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χάψει
εσύ θα έχεις χάψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χάψει
εμείς θα έχουμε χάψει
εσείς θα έχετε χάψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χάψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χάφτε
(εσείς) χάφτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χάψε / χάφ'
(εσείς) χάψτε / χάφτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χάφτομαι
εσύ χάφτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό χάφτεται
εμείς χαφτόμαστε
εσείς χάφτεστε / χαφτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χάφτονται
Παρατατικός
εγώ χαφτόμουν / χαφτόμουνα
εσύ χαφτόσουν / χαφτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό χαφτόταν / χαφτότανε
εμείς χαφτόμασταν / χαφτόμαστε
εσείς χαφτόσασταν / χαφτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χάφτονταν / χαφτόντουσαν
Αόριστος
εγώ χάφτηκα
εσύ χάφτηκες
αυτός/αυτή/αυτό χάφτηκε
εμείς χαφτήκαμε
εσείς χαφτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χάφτηκαν / χαφτήκαν / χαφτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χάφτομαι
εσύ θα χάφτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χάφτεται
εμείς θα χαφτόμαστε
εσείς θα χάφτεστε / θα χαφτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χάφτονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαφτώ
εσύ θα χαφτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χαφτεί
εμείς θα χαφτούμε
εσείς θα χαφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαφτούν / θα χαφτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χαφτώ
εσύ να χαφτείς
αυτός/αυτή/αυτό να χαφτεί
εμείς να χαφτούμε
εσείς να χαφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χαφτούν / χαφτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χαφτεί
εσύ έχεις χαφτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χαφτεί
εμείς έχουμε χαφτεί
εσείς έχετε χαφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χαφτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χαφτεί
εσύ είχες χαφτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χαφτεί
εμείς είχαμε χαφτεί
εσείς είχατε χαφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χαφτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χαφτεί
εσύ θα έχεις χαφτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χαφτεί
εμείς θα έχουμε χαφτεί
εσείς θα έχετε χαφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χαφτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χάφτεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χάψου
(εσείς) χαφτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χάφτοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας χάψει
Απαρέμφατο
χάψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
χαφτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.