to lose
Πλήρης κλίση του ρήματος χάνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χάνω
εσύ χάνεις
αυτός/αυτή/αυτό χάνει
εμείς χάνουμε
εσείς χάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά χάνουν / χάνουνε
Παρατατικός
εγώ έχανα
εσύ έχανες
αυτός/αυτή/αυτό έχανε
εμείς χάναμε
εσείς χάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έχαναν / χάναν / χάνανε
Αόριστος
εγώ έχασα
εσύ έχασες
αυτός/αυτή/αυτό έχασε
εμείς χάσαμε
εσείς χάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έχασαν / χάσαν / χάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χάνω
εσύ θα χάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χάνει
εμείς θα χάνουμε
εσείς θα χάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χάνουν / θα χάνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χάσω
εσύ θα χάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χάσει
εμείς θα χάσουμε
εσείς θα χάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χάσουν / θα χάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χάσω
εσύ να χάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να χάσει
εμείς να χάσουμε
εσείς να χάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χάσουν / χάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χάσει
εσύ έχεις χάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χάσει
εμείς έχουμε χάσει
εσείς έχετε χάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χάσει
εσύ είχες χάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χάσει
εμείς είχαμε χάσει
εσείς είχατε χάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χάσει
εσύ θα έχεις χάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χάσει
εμείς θα έχουμε χάσει
εσείς θα έχετε χάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χάνε
(εσείς) χάνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χάσε
(εσείς) χάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χάνομαι
εσύ χάνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό χάνεται
εμείς χανόμαστε
εσείς χάνεστε / χανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χάνονται
Παρατατικός
εγώ χανόμουν / χανόμουνα
εσύ χανόσουν / χανόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό χανόταν / χανότανε
εμείς χανόμασταν / χανόμαστε
εσείς χανόσασταν / χανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χάνονταν / χανόντουσαν
Αόριστος
εγώ χάθηκα
εσύ χάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό χάθηκε
εμείς χαθήκαμε
εσείς χαθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χάθηκαν / χαθήκαν / χαθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χάνομαι
εσύ θα χάνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χάνεται
εμείς θα χανόμαστε
εσείς θα χάνεστε / θα χανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χάνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαθώ
εσύ θα χαθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χαθεί
εμείς θα χαθούμε
εσείς θα χαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαθούν / θα χαθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χαθώ
εσύ να χαθείς
αυτός/αυτή/αυτό να χαθεί
εμείς να χαθούμε
εσείς να χαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χαθούν / χαθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χαθεί
εσύ έχεις χαθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χαθεί
εμείς έχουμε χαθεί
εσείς έχετε χαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χαθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χαθεί
εσύ είχες χαθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χαθεί
εμείς είχαμε χαθεί
εσείς είχατε χαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χαθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χαθεί
εσύ θα έχεις χαθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χαθεί
εμείς θα έχουμε χαθεί
εσείς θα έχετε χαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χαθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χάνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χάσου
(εσείς) χαθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χάνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας χάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
χανόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
χαμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
χάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
χαθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.