alternative form of χάφτω (cháfto)
Πλήρης κλίση του ρήματος χάβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χάβω
εσύ χάβεις
αυτός/αυτή/αυτό χάβει
εμείς χάβουμε
εσείς χάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά χάβουν / χάβουνε
Παρατατικός
εγώ έχαβα
εσύ έχαβες
αυτός/αυτή/αυτό έχαβε
εμείς χάβαμε
εσείς χάβατε
αυτοί/αυτές/αυτά έχαβαν / χάβαν / χάβανε
Αόριστος
εγώ έχαψα
εσύ έχαψες
αυτός/αυτή/αυτό έχαψε
εμείς χάψαμε
εσείς χάψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έχαψαν / χάψαν / χάψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χάβω
εσύ θα χάβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χάβει
εμείς θα χάβουμε
εσείς θα χάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χάβουν / θα χάβουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χάψω
εσύ θα χάψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα χάψει
εμείς θα χάψουμε
εσείς θα χάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χάψουν / θα χάψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χάψω
εσύ να χάψεις
αυτός/αυτή/αυτό να χάψει
εμείς να χάψουμε
εσείς να χάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να χάψουν / χάψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χάψει
εσύ έχεις χάψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει χάψει
εμείς έχουμε χάψει
εσείς έχετε χάψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χάψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χάψει
εσύ είχες χάψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε χάψει
εμείς είχαμε χάψει
εσείς είχατε χάψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χάψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χάψει
εσύ θα έχεις χάψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χάψει
εμείς θα έχουμε χάψει
εσείς θα έχετε χάψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χάψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) χάβε
(εσείς) χάβετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χάψε / χάφ'
(εσείς) χάψτε / χάφτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ χάβομαι
εσύ χάβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό χάβεται
εμείς χαβόμαστε
εσείς χάβεστε / χαβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χάβονται
Παρατατικός
εγώ χαβόμουν / χαβόμουνα
εσύ χαβόσουν / χαβόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό χαβόταν / χαβότανε
εμείς χαβόμασταν / χαβόμαστε
εσείς χαβόσασταν / χαβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά χάβονταν / χαβόντουσαν
Αόριστος
εγώ χάφτηκα
εσύ χάφτηκες
αυτός/αυτή/αυτό χάφτηκε
εμείς χαφτήκαμε
εσείς χαφτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά χάφτηκαν / χαφτήκαν / χαφτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα χάβομαι
εσύ θα χάβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα χάβεται
εμείς θα χαβόμαστε
εσείς θα χάβεστε / θα χαβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χάβονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαφτώ
εσύ θα χαφτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα χαφτεί
εμείς θα χαφτούμε
εσείς θα χαφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα χαφτούν / θα χαφτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να χαφτώ
εσύ να χαφτείς
αυτός/αυτή/αυτό να χαφτεί
εμείς να χαφτούμε
εσείς να χαφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να χαφτούν / χαφτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω χαφτεί
εσύ έχεις χαφτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει χαφτεί
εμείς έχουμε χαφτεί
εσείς έχετε χαφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν χαφτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα χαφτεί
εσύ είχες χαφτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε χαφτεί
εμείς είχαμε χαφτεί
εσείς είχατε χαφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν χαφτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω χαφτεί
εσύ θα έχεις χαφτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει χαφτεί
εμείς θα έχουμε χαφτεί
εσείς θα έχετε χαφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν χαφτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) χάβεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) χάψου
(εσείς) χαφτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
χάβοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας χάψει
Απαρέμφατο
χάψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
χαφτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.