to light, to light up, to illuminate (to shine light on)
Πλήρης κλίση του ρήματος φωτίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φωτίζω
εσύ φωτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό φωτίζει
εμείς φωτίζουμε
εσείς φωτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά φωτίζουν / φωτίζουνε
Παρατατικός
εγώ φώτιζα
εσύ φώτιζες
αυτός/αυτή/αυτό φώτιζε
εμείς φωτίζαμε
εσείς φωτίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά φώτιζαν / φωτίζαν / φωτίζανε
Αόριστος
εγώ φώτισα
εσύ φώτισες
αυτός/αυτή/αυτό φώτισε
εμείς φωτίσαμε
εσείς φωτίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φώτισαν / φωτίσαν / φωτίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φωτίζω
εσύ θα φωτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φωτίζει
εμείς θα φωτίζουμε
εσείς θα φωτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φωτίζουν / θα φωτίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φωτίσω
εσύ θα φωτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φωτίσει
εμείς θα φωτίσουμε
εσείς θα φωτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φωτίσουν / θα φωτίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φωτίσω
εσύ να φωτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φωτίσει
εμείς να φωτίσουμε
εσείς να φωτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φωτίσουν / φωτίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φωτίσει
εσύ έχεις φωτίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φωτίσει
εμείς έχουμε φωτίσει
εσείς έχετε φωτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φωτίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φωτίσει
εσύ είχες φωτίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φωτίσει
εμείς είχαμε φωτίσει
εσείς είχατε φωτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φωτίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φωτίσει
εσύ θα έχεις φωτίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φωτίσει
εμείς θα έχουμε φωτίσει
εσείς θα έχετε φωτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φωτίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φώτιζε
(εσείς) φωτίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φώτισε
(εσείς) φωτίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φωτίζομαι
εσύ φωτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό φωτίζεται
εμείς φωτιζόμαστε
εσείς φωτίζεστε / φωτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φωτίζονται
Παρατατικός
εγώ φωτιζόμουν / φωτιζόμουνα
εσύ φωτιζόσουν / φωτιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό φωτιζόταν / φωτιζότανε
εμείς φωτιζόμασταν / φωτιζόμαστε
εσείς φωτιζόσασταν / φωτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φωτίζονταν / φωτιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ φωτίστηκα
εσύ φωτίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό φωτίστηκε
εμείς φωτιστήκαμε
εσείς φωτιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά φωτίστηκαν / φωτιστήκαν / φωτιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φωτίζομαι
εσύ θα φωτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα φωτίζεται
εμείς θα φωτιζόμαστε
εσείς θα φωτίζεστε / θα φωτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φωτίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φωτιστώ
εσύ θα φωτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φωτιστεί
εμείς θα φωτιστούμε
εσείς θα φωτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φωτιστούν / θα φωτιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φωτιστώ
εσύ να φωτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να φωτιστεί
εμείς να φωτιστούμε
εσείς να φωτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να φωτιστούν / φωτιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φωτιστεί
εσύ έχεις φωτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει φωτιστεί
εμείς έχουμε φωτιστεί
εσείς έχετε φωτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φωτιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φωτιστεί
εσύ είχες φωτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε φωτιστεί
εμείς είχαμε φωτιστεί
εσείς είχατε φωτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φωτιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φωτιστεί
εσύ θα έχεις φωτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φωτιστεί
εμείς θα έχουμε φωτιστεί
εσείς θα έχετε φωτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φωτιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φωτίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φωτίσου
(εσείς) φωτιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φωτίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας φωτίσει
Μετοχή παρακειμένου
φωτισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φωτίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
φωτιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.