to phosphoresce (glow in the dark)
Πλήρης κλίση του ρήματος φωσφορίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φωσφορίζω
εσύ φωσφορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό φωσφορίζει
εμείς φωσφορίζουμε
εσείς φωσφορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά φωσφορίζουν / φωσφορίζουνε
Παρατατικός
εγώ φωσφόριζα
εσύ φωσφόριζες
αυτός/αυτή/αυτό φωσφόριζε
εμείς φωσφορίζαμε
εσείς φωσφορίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά φωσφόριζαν / φωσφορίζαν / φωσφορίζανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φωσφορίζω
εσύ θα φωσφορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φωσφορίζει
εμείς θα φωσφορίζουμε
εσείς θα φωσφορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φωσφορίζουν / θα φωσφορίζουνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φωσφόριζε
(εσείς) φωσφορίζετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φωσφορίζουσα / indeclinable: φωσφορίζοντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.