to shout, yell, bawl
Πλήρης κλίση του ρήματος φωνάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φωνάζω
εσύ φωνάζεις
αυτός/αυτή/αυτό φωνάζει
εμείς φωνάζουμε
εσείς φωνάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά φωνάζουν / φωνάζουνε
Παρατατικός
εγώ φώναζα
εσύ φώναζες
αυτός/αυτή/αυτό φώναζε
εμείς φωνάζαμε
εσείς φωνάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά φώναζαν / φωνάζαν / φωνάζανε
Αόριστος
εγώ φώναξα
εσύ φώναξες
αυτός/αυτή/αυτό φώναξε
εμείς φωνάξαμε
εσείς φωνάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά φώναξαν / φωνάξαν / φωνάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φωνάζω
εσύ θα φωνάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φωνάζει
εμείς θα φωνάζουμε
εσείς θα φωνάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φωνάζουν / θα φωνάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φωνάξω
εσύ θα φωνάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φωνάξει
εμείς θα φωνάξουμε
εσείς θα φωνάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φωνάξουν / θα φωνάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φωνάξω
εσύ να φωνάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να φωνάξει
εμείς να φωνάξουμε
εσείς να φωνάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φωνάξουν / φωνάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φωνάξει
εσύ έχεις φωνάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φωνάξει
εμείς έχουμε φωνάξει
εσείς έχετε φωνάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φωνάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φωνάξει
εσύ είχες φωνάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φωνάξει
εμείς είχαμε φωνάξει
εσείς είχατε φωνάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φωνάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φωνάξει
εσύ θα έχεις φωνάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φωνάξει
εμείς θα έχουμε φωνάξει
εσείς θα έχετε φωνάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φωνάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φώναζε
(εσείς) φωνάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φώναξε / φώναχ'
(εσείς) φωνάξτε / φωνάχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φωνάζοντας / έχοντας φωνάξει
Απαρέμφατο
φωνάξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.