to grow roots (of plants)
Πλήρης κλίση του ρήματος φυτρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φυτρώνω
εσύ φυτρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό φυτρώνει
εμείς φυτρώνουμε
εσείς φυτρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά φυτρώνουν / φυτρώνουνε
Παρατατικός
εγώ φύτρωνα
εσύ φύτρωνες
αυτός/αυτή/αυτό φύτρωνε
εμείς φυτρώναμε
εσείς φυτρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά φύτρωναν / φυτρώναν / φυτρώνανε
Αόριστος
εγώ φύτρωσα
εσύ φύτρωσες
αυτός/αυτή/αυτό φύτρωσε
εμείς φυτρώσαμε
εσείς φυτρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φύτρωσαν / φυτρώσαν / φυτρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φυτρώνω
εσύ θα φυτρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φυτρώνει
εμείς θα φυτρώνουμε
εσείς θα φυτρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυτρώνουν / θα φυτρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυτρώσω
εσύ θα φυτρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φυτρώσει
εμείς θα φυτρώσουμε
εσείς θα φυτρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυτρώσουν / θα φυτρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φυτρώσω
εσύ να φυτρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φυτρώσει
εμείς να φυτρώσουμε
εσείς να φυτρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φυτρώσουν / φυτρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φυτρώσει
εσύ έχεις φυτρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φυτρώσει
εμείς έχουμε φυτρώσει
εσείς έχετε φυτρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φυτρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φυτρώσει
εσύ είχες φυτρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φυτρώσει
εμείς είχαμε φυτρώσει
εσείς είχατε φυτρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φυτρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φυτρώσει
εσύ θα έχεις φυτρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φυτρώσει
εμείς θα έχουμε φυτρώσει
εσείς θα έχετε φυτρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φυτρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φύτρωνε
(εσείς) φυτρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φύτρωσε
(εσείς) φυτρώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φυτρώνοντας / έχοντας φυτρώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
φυτρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φυτρώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.