Κλίση του ρήματος φυλλομετρώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

φυλλομετρώ
to riffle, leaf through, flip through (the pages of a book)
Πλήρης κλίση του ρήματος φυλλομετρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ φυλλομετρώ - φυλλομετράω
εσύ φυλλομετρείς - φυλλομετράς
αυτός/αυτή/αυτό φυλλομετρεί - φυλλομετράει
εμείς φυλλομετρούμε - φυλλομετράμε
εσείς φυλλομετρείτε - φυλλομετράτε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλλομετρούν - φυλλομετράνε / φυλλομετρούνε - φυλλομετράνε / φυλλομετράν

Παρατατικός

εγώ φυλλομετρούσα - φυλλομέτραγα
εσύ φυλλομετρούσες - φυλλομέτραγες
αυτός/αυτή/αυτό φυλλομετρούσε - φυλλομέτραγε
εμείς φυλλομετρούσαμε - φυλλομετράγαμε
εσείς φυλλομετρούσατε - φυλλομετράγατε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλλομετρούσαν - φυλλομέτραγαν / φυλλομετρούσανε - φυλλομέτραγαν / φυλλομετράγανε

Αόριστος

εγώ φυλλομέτρησα
εσύ φυλλομέτρησες
αυτός/αυτή/αυτό φυλλομέτρησε
εμείς φυλλομετρήσαμε
εσείς φυλλομετρήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλλομέτρησαν / φυλλομετρήσαν / φυλλομετρήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα φυλλομετρώ - φυλλομετράω
εσύ θα φυλλομετρείς - φυλλομετράς
αυτός/αυτή/αυτό θα φυλλομετρεί - φυλλομετράει
εμείς θα φυλλομετρούμε - φυλλομετράμε
εσείς θα φυλλομετρείτε - φυλλομετράτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυλλομετρούν - φυλλομετράνε / θα φυλλομετρούνε - φυλλομετράνε / θα φυλλομετράν

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα φυλλομετρήσω
εσύ θα φυλλομετρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φυλλομετρήσει
εμείς θα φυλλομετρήσουμε
εσείς θα φυλλομετρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυλλομετρήσουν / θα φυλλομετρήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να φυλλομετρήσω
εσύ να φυλλομετρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φυλλομετρήσει
εμείς να φυλλομετρήσουμε
εσείς να φυλλομετρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φυλλομετρήσουν / φυλλομετρήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω φυλλομετρήσει
εσύ έχεις φυλλομετρήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φυλλομετρήσει
εμείς έχουμε φυλλομετρήσει
εσείς έχετε φυλλομετρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φυλλομετρήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα φυλλομετρήσει
εσύ είχες φυλλομετρήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φυλλομετρήσει
εμείς είχαμε φυλλομετρήσει
εσείς είχατε φυλλομετρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φυλλομετρήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω φυλλομετρήσει
εσύ θα έχεις φυλλομετρήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φυλλομετρήσει
εμείς θα έχουμε φυλλομετρήσει
εσείς θα έχετε φυλλομετρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φυλλομετρήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) φυλλομέτρα / φυλλομέτραγε
(εσείς) φυλλομετρείτε - φυλλομετράτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) φυλλομέτρησε / φυλλομέτρα
(εσείς) φυλλομετρήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ φυλλομετρούμαι - φυλλομετριέμαι
εσύ φυλλομετρείσαι - φυλλομετριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό φυλλομετρείται - φυλλομετριέται
εμείς φυλλομετρούμαστε - φυλλομετριόμαστε
εσείς φυλλομετρείστε / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλλομετρούνται - φυλλομετριούνται / ‑ιόνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό φυλλομετρούνταν -φυλλομετριόταν / φυλλομετρούνταν -φυλλομετριότανε
εμείς φυλλομετρούμασταν / - φυλλομετριόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλλομετρούνταν - φυλλομετριόνταν / φυλλομετρούνταν - φυλλομετριόντανε / φυλλομετριόντουσαν / φυλλομετριούνταν

Αόριστος

εγώ φυλλομετρήθηκα
εσύ φυλλομετρήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό φυλλομετρήθηκε
εμείς φυλλομετρηθήκαμε
εσείς φυλλομετρηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλλομετρήθηκαν / φυλλομετρηθήκαν / φυλλομετρηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα φυλλομετρούμαι - φυλλομετριέμαι
εσύ θα φυλλομετρείσαι - φυλλομετριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα φυλλομετρείται - φυλλομετριέται
εμείς θα φυλλομετρούμαστε - φυλλομετριόμαστε
εσείς θα φυλλομετρείστε / θα ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυλλομετρούνται - φυλλομετριούνται / θα ‑ιόνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα φυλλομετρηθώ
εσύ θα φυλλομετρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φυλλομετρηθεί
εμείς θα φυλλομετρηθούμε
εσείς θα φυλλομετρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυλλομετρηθούν / θα φυλλομετρηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να φυλλομετρηθώ
εσύ να φυλλομετρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να φυλλομετρηθεί
εμείς να φυλλομετρηθούμε
εσείς να φυλλομετρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να φυλλομετρηθούν / φυλλομετρηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω φυλλομετρηθεί
εσύ έχεις φυλλομετρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει φυλλομετρηθεί
εμείς έχουμε φυλλομετρηθεί
εσείς έχετε φυλλομετρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φυλλομετρηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα φυλλομετρηθεί
εσύ είχες φυλλομετρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε φυλλομετρηθεί
εμείς είχαμε φυλλομετρηθεί
εσείς είχατε φυλλομετρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φυλλομετρηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω φυλλομετρηθεί
εσύ θα έχεις φυλλομετρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φυλλομετρηθεί
εμείς θα έχουμε φυλλομετρηθεί
εσείς θα έχετε φυλλομετρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φυλλομετρηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) φυλλομετρείστε - φυλλομετριέστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) φυλλομετρήσου
(εσείς) φυλλομετρηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

φυλλομετρώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας φυλλομετρήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

φυλλομετρούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

φυλλομετρημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

φυλλομετρήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

φυλλομετρηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.