to imprison, jail, gaol
Πλήρης κλίση του ρήματος φυλακίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φυλακίζω
εσύ φυλακίζεις
αυτός/αυτή/αυτό φυλακίζει
εμείς φυλακίζουμε
εσείς φυλακίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλακίζουν / φυλακίζουνε
Παρατατικός
εγώ φυλάκιζα
εσύ φυλάκιζες
αυτός/αυτή/αυτό φυλάκιζε
εμείς φυλακίζαμε
εσείς φυλακίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλάκιζαν / φυλακίζαν / φυλακίζανε
Αόριστος
εγώ φυλάκισα
εσύ φυλάκισες
αυτός/αυτή/αυτό φυλάκισε
εμείς φυλακίσαμε
εσείς φυλακίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλάκισαν / φυλακίσαν / φυλακίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φυλακίζω
εσύ θα φυλακίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φυλακίζει
εμείς θα φυλακίζουμε
εσείς θα φυλακίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυλακίζουν / θα φυλακίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυλακίσω
εσύ θα φυλακίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φυλακίσει
εμείς θα φυλακίσουμε
εσείς θα φυλακίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυλακίσουν / θα φυλακίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φυλακίσω
εσύ να φυλακίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φυλακίσει
εμείς να φυλακίσουμε
εσείς να φυλακίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φυλακίσουν / φυλακίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φυλακίσει
εσύ έχεις φυλακίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φυλακίσει
εμείς έχουμε φυλακίσει
εσείς έχετε φυλακίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φυλακίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φυλακίσει
εσύ είχες φυλακίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φυλακίσει
εμείς είχαμε φυλακίσει
εσείς είχατε φυλακίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φυλακίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φυλακίσει
εσύ θα έχεις φυλακίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φυλακίσει
εμείς θα έχουμε φυλακίσει
εσείς θα έχετε φυλακίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φυλακίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φυλάκιζε
(εσείς) φυλακίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φυλάκισε
(εσείς) φυλακίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φυλακίζομαι
εσύ φυλακίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό φυλακίζεται
εμείς φυλακιζόμαστε
εσείς φυλακίζεστε / φυλακιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλακίζονται
Παρατατικός
εγώ φυλακιζόμουν / φυλακιζόμουνα
εσύ φυλακιζόσουν / φυλακιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό φυλακιζόταν / φυλακιζότανε
εμείς φυλακιζόμασταν / φυλακιζόμαστε
εσείς φυλακιζόσασταν / φυλακιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλακίζονταν / φυλακιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ φυλακίστηκα
εσύ φυλακίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό φυλακίστηκε
εμείς φυλακιστήκαμε
εσείς φυλακιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλακίστηκαν / φυλακιστήκαν / φυλακιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φυλακίζομαι
εσύ θα φυλακίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα φυλακίζεται
εμείς θα φυλακιζόμαστε
εσείς θα φυλακίζεστε / θα φυλακιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυλακίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυλακιστώ
εσύ θα φυλακιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φυλακιστεί
εμείς θα φυλακιστούμε
εσείς θα φυλακιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυλακιστούν / θα φυλακιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φυλακιστώ
εσύ να φυλακιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να φυλακιστεί
εμείς να φυλακιστούμε
εσείς να φυλακιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να φυλακιστούν / φυλακιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φυλακιστεί
εσύ έχεις φυλακιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει φυλακιστεί
εμείς έχουμε φυλακιστεί
εσείς έχετε φυλακιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φυλακιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φυλακιστεί
εσύ είχες φυλακιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε φυλακιστεί
εμείς είχαμε φυλακιστεί
εσείς είχατε φυλακιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φυλακιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φυλακιστεί
εσύ θα έχεις φυλακιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φυλακιστεί
εμείς θα έχουμε φυλακιστεί
εσείς θα έχετε φυλακιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φυλακιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φυλακίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φυλακίσου
(εσείς) φυλακιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φυλακίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας φυλακίσει
Μετοχή παρακειμένου
φυλακισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φυλακίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
φυλακιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.