to guard, protect
Πλήρης κλίση του ρήματος φυλάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φυλάω / φυλώ
εσύ φυλάς
αυτός/αυτή/αυτό φυλάει / φυλά
εμείς φυλάμε / φυλούμε
εσείς φυλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλάνε / φυλάν / φυλούν / φυλούνε
Παρατατικός
εγώ φυλούσα / φύλαγα
εσύ φυλούσες / φύλαγες
αυτός/αυτή/αυτό φυλούσε / φύλαγε
εμείς φυλούσαμε / φυλάγαμε
εσείς φυλούσατε / φυλάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά φυλούσαν / φυλούσανε / φύλαγαν / φυλάγανε
Αόριστος
εγώ φύλαξα
εσύ φύλαξες
αυτός/αυτή/αυτό φύλαξε
εμείς φυλάξαμε
εσείς φυλάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά φύλαξαν / φυλάξαν / φυλάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φυλάω / θα φυλώ
εσύ θα φυλάς
αυτός/αυτή/αυτό θα φυλάει / θα φυλά
εμείς θα φυλάμε / θα φυλούμε
εσείς θα φυλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυλάνε / θα φυλάν / θα φυλούν / θα φυλούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυλάξω
εσύ θα φυλάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φυλάξει
εμείς θα φυλάξουμε
εσείς θα φυλάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυλάξουν / θα φυλάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φυλάξω
εσύ να φυλάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να φυλάξει
εμείς να φυλάξουμε
εσείς να φυλάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φυλάξουν / φυλάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φυλάξει
εσύ έχεις φυλάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φυλάξει
εμείς έχουμε φυλάξει
εσείς έχετε φυλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φυλάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φυλάξει
εσύ είχες φυλάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φυλάξει
εμείς είχαμε φυλάξει
εσείς είχατε φυλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φυλάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φυλάξει
εσύ θα έχεις φυλάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φυλάξει
εμείς θα έχουμε φυλάξει
εσείς θα έχετε φυλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φυλάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φύλα / φύλαγε
(εσείς) φυλάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φύλαξε / φύλα
(εσείς) φυλάξτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φυλώντας / έχοντας φυλάξει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
φυλαγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φυλάξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.