to be workshy, to shirk
Πλήρης κλίση του ρήματος φυγοπονώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φυγοπονώ
εσύ φυγοπονείς
αυτός/αυτή/αυτό φυγοπονεί
εμείς φυγοπονούμε
εσείς φυγοπονείτε
αυτοί/αυτές/αυτά φυγοπονούν / φυγοπονούνε
Παρατατικός
εγώ φυγοπονούσα
εσύ φυγοπονούσες
αυτός/αυτή/αυτό φυγοπονούσε
εμείς φυγοπονούσαμε
εσείς φυγοπονούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φυγοπονούσαν / φυγοπονούσανε
Αόριστος
εγώ φυγοπόνησα
εσύ φυγοπόνησες
αυτός/αυτή/αυτό φυγοπόνησε
εμείς φυγοπονήσαμε
εσείς φυγοπονήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φυγοπόνησαν / φυγοπονήσαν / φυγοπονήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φυγοπονώ
εσύ θα φυγοπονείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φυγοπονεί
εμείς θα φυγοπονούμε
εσείς θα φυγοπονείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυγοπονούν / θα φυγοπονούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυγοπονήσω
εσύ θα φυγοπονήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φυγοπονήσει
εμείς θα φυγοπονήσουμε
εσείς θα φυγοπονήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φυγοπονήσουν / θα φυγοπονήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φυγοπονήσω
εσύ να φυγοπονήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φυγοπονήσει
εμείς να φυγοπονήσουμε
εσείς να φυγοπονήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φυγοπονήσουν / φυγοπονήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φυγοπονήσει
εσύ έχεις φυγοπονήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φυγοπονήσει
εμείς έχουμε φυγοπονήσει
εσείς έχετε φυγοπονήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φυγοπονήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φυγοπονήσει
εσύ είχες φυγοπονήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φυγοπονήσει
εμείς είχαμε φυγοπονήσει
εσείς είχατε φυγοπονήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φυγοπονήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φυγοπονήσει
εσύ θα έχεις φυγοπονήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φυγοπονήσει
εμείς θα έχουμε φυγοπονήσει
εσείς θα έχετε φυγοπονήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φυγοπονήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φυγοπονείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φυγοπόνησε
(εσείς) φυγοπονήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φυγοπονώντας / έχοντας φυγοπονήσει
Απαρέμφατο
φυγοπονήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.