to make, build, create, construct
Πλήρης κλίση του ρήματος φτιάχνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φτιάχνω
εσύ φτιάχνεις
αυτός/αυτή/αυτό φτιάχνει
εμείς φτιάχνουμε
εσείς φτιάχνετε
αυτοί/αυτές/αυτά φτιάχνουν / φτιάχνουνε
Παρατατικός
εγώ έφτιαχνα
εσύ έφτιαχνες
αυτός/αυτή/αυτό έφτιαχνε
εμείς φτιάχναμε
εσείς φτιάχνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφτιαχναν / φτιάχναν / φτιάχνανε
Αόριστος
εγώ έφτιαξα
εσύ έφτιαξες
αυτός/αυτή/αυτό έφτιαξε
εμείς φτιάξαμε
εσείς φτιάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφτιαξαν / φτιάξαν / φτιάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φτιάχνω
εσύ θα φτιάχνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φτιάχνει
εμείς θα φτιάχνουμε
εσείς θα φτιάχνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φτιάχνουν / θα φτιάχνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φτιάξω
εσύ θα φτιάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φτιάξει
εμείς θα φτιάξουμε
εσείς θα φτιάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φτιάξουν / θα φτιάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φτιάξω
εσύ να φτιάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να φτιάξει
εμείς να φτιάξουμε
εσείς να φτιάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φτιάξουν / φτιάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φτιάξει
εσύ έχεις φτιάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φτιάξει
εμείς έχουμε φτιάξει
εσείς έχετε φτιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φτιάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φτιάξει
εσύ είχες φτιάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φτιάξει
εμείς είχαμε φτιάξει
εσείς είχατε φτιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φτιάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φτιάξει
εσύ θα έχεις φτιάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φτιάξει
εμείς θα έχουμε φτιάξει
εσείς θα έχετε φτιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φτιάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φτιάχνε
(εσείς) φτιάχνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φτιάξε / φτιάχ'
(εσείς) φτιάξτε / φτιάχτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φτιάχνομαι
εσύ φτιάχνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό φτιάχνεται
εμείς φτιαχνόμαστε
εσείς φτιάχνεστε / φτιαχνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φτιάχνονται
Παρατατικός
εγώ φτιαχνόμουν / φτιαχνόμουνα
εσύ φτιαχνόσουν / φτιαχνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό φτιαχνόταν / φτιαχνότανε
εμείς φτιαχνόμασταν / φτιαχνόμαστε
εσείς φτιαχνόσασταν / φτιαχνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φτιάχνονταν / φτιαχνόντουσαν
Αόριστος
εγώ φτιάχτηκα
εσύ φτιάχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό φτιάχτηκε
εμείς φτιαχτήκαμε
εσείς φτιαχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά φτιάχτηκαν / φτιαχτήκαν / φτιαχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φτιάχνομαι
εσύ θα φτιάχνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα φτιάχνεται
εμείς θα φτιαχνόμαστε
εσείς θα φτιάχνεστε / θα φτιαχνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φτιάχνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φτιαχτώ
εσύ θα φτιαχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φτιαχτεί
εμείς θα φτιαχτούμε
εσείς θα φτιαχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φτιαχτούν / θα φτιαχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φτιαχτώ
εσύ να φτιαχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να φτιαχτεί
εμείς να φτιαχτούμε
εσείς να φτιαχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να φτιαχτούν / φτιαχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φτιαχτεί
εσύ έχεις φτιαχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει φτιαχτεί
εμείς έχουμε φτιαχτεί
εσείς έχετε φτιαχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φτιαχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φτιαχτεί
εσύ είχες φτιαχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε φτιαχτεί
εμείς είχαμε φτιαχτεί
εσείς είχατε φτιαχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φτιαχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φτιαχτεί
εσύ θα έχεις φτιαχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φτιαχτεί
εμείς θα έχουμε φτιαχτεί
εσείς θα έχετε φτιαχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φτιαχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φτιάχνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φτιάξου
(εσείς) φτιαχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φτιάχνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας φτιάξει
Μετοχή παρακειμένου
φτιαγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φτιάξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
φτιαχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.