to flap, fly (wings - also used figuratively of heart)
Πλήρης κλίση του ρήματος φτερουγίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φτερουγίζω
εσύ φτερουγίζεις
αυτός/αυτή/αυτό φτερουγίζει
εμείς φτερουγίζουμε
εσείς φτερουγίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά φτερουγίζουν / φτερουγίζουνε
Παρατατικός
εγώ φτερούγιζα
εσύ φτερούγιζες
αυτός/αυτή/αυτό φτερούγιζε
εμείς φτερουγίζαμε
εσείς φτερουγίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά φτερούγιζαν / φτερουγίζαν / φτερουγίζανε
Αόριστος
εγώ φτερούγισα
εσύ φτερούγισες
αυτός/αυτή/αυτό φτερούγισε
εμείς φτερουγίσαμε
εσείς φτερουγίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φτερούγισαν / φτερουγίσαν / φτερουγίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φτερουγίζω
εσύ θα φτερουγίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φτερουγίζει
εμείς θα φτερουγίζουμε
εσείς θα φτερουγίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φτερουγίζουν / θα φτερουγίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φτερουγίσω
εσύ θα φτερουγίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φτερουγίσει
εμείς θα φτερουγίσουμε
εσείς θα φτερουγίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φτερουγίσουν / θα φτερουγίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φτερουγίσω
εσύ να φτερουγίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φτερουγίσει
εμείς να φτερουγίσουμε
εσείς να φτερουγίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φτερουγίσουν / φτερουγίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φτερουγίσει
εσύ έχεις φτερουγίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φτερουγίσει
εμείς έχουμε φτερουγίσει
εσείς έχετε φτερουγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φτερουγίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φτερουγίσει
εσύ είχες φτερουγίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φτερουγίσει
εμείς είχαμε φτερουγίσει
εσείς είχατε φτερουγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φτερουγίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φτερουγίσει
εσύ θα έχεις φτερουγίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φτερουγίσει
εμείς θα έχουμε φτερουγίσει
εσείς θα έχετε φτερουγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φτερουγίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φτερούγιζε
(εσείς) φτερουγίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φτερούγισε
(εσείς) φτερουγίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φτερουγίζοντας / έχοντας φτερουγίσει
Απαρέμφατο
φτερουγίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.