to be to blame, be at fault, be in the wrong
Πλήρης κλίση του ρήματος φταίω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φταίω
εσύ φταις
αυτός/αυτή/αυτό φταίει
εμείς φταίμε
εσείς φταίτε
αυτοί/αυτές/αυτά φταίνε / φταιν
Παρατατικός
εγώ έφταιγα
εσύ έφταιγες
αυτός/αυτή/αυτό έφταιγε
εμείς φταίγαμε
εσείς φταίγατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφταιγαν / φταίγαν / φταίγανε
Αόριστος
εγώ έφταιξα
εσύ έφταιξες
αυτός/αυτή/αυτό έφταιξε
εμείς φταίξαμε
εσείς φταίξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφταιξαν / φταίξαν / φταίξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φταίω
εσύ θα φταις
αυτός/αυτή/αυτό θα φταίει
εμείς θα φταίμε
εσείς θα φταίτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φταίνε / θα φταιν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φταίξω
εσύ θα φταίξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φταίξει
εμείς θα φταίξουμε
εσείς θα φταίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φταίξουν / θα φταίξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φταίξω
εσύ να φταίξεις
αυτός/αυτή/αυτό να φταίξει
εμείς να φταίξουμε
εσείς να φταίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φταίξουν / φταίξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φταίξει
εσύ έχεις φταίξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φταίξει
εμείς έχουμε φταίξει
εσείς έχετε φταίξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φταίξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φταίξει
εσύ είχες φταίξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φταίξει
εμείς είχαμε φταίξει
εσείς είχατε φταίξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φταίξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φταίξει
εσύ θα έχεις φταίξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φταίξει
εμείς θα έχουμε φταίξει
εσείς θα έχετε φταίξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φταίξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φταίτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φταίξε
(εσείς) φταίξτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φταίγοντας / έχοντας φταίξει
Απαρέμφατο
φταίξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.