to take care of (a child, an obligation, etc.)
Πλήρης κλίση του ρήματος φροντίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φροντίζω
εσύ φροντίζεις
αυτός/αυτή/αυτό φροντίζει
εμείς φροντίζουμε
εσείς φροντίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά φροντίζουν / φροντίζουνε
Παρατατικός
εγώ φρόντιζα
εσύ φρόντιζες
αυτός/αυτή/αυτό φρόντιζε
εμείς φροντίζαμε
εσείς φροντίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά φρόντιζαν / φροντίζαν / φροντίζανε
Αόριστος
εγώ φρόντισα
εσύ φρόντισες
αυτός/αυτή/αυτό φρόντισε
εμείς φροντίσαμε
εσείς φροντίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φρόντισαν / φροντίσαν / φροντίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φροντίζω
εσύ θα φροντίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φροντίζει
εμείς θα φροντίζουμε
εσείς θα φροντίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φροντίζουν / θα φροντίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φροντίσω
εσύ θα φροντίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φροντίσει
εμείς θα φροντίσουμε
εσείς θα φροντίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φροντίσουν / θα φροντίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φροντίσω
εσύ να φροντίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φροντίσει
εμείς να φροντίσουμε
εσείς να φροντίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φροντίσουν / φροντίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φροντίσει
εσύ έχεις φροντίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φροντίσει
εμείς έχουμε φροντίσει
εσείς έχετε φροντίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φροντίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φροντίσει
εσύ είχες φροντίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φροντίσει
εμείς είχαμε φροντίσει
εσείς είχατε φροντίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φροντίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φροντίσει
εσύ θα έχεις φροντίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φροντίσει
εμείς θα έχουμε φροντίσει
εσείς θα έχετε φροντίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φροντίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φρόντιζε
(εσείς) φροντίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φρόντισε
(εσείς) φροντίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φροντίζοντας / έχοντας φροντίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
φροντισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φροντίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.