to brake (to apply brakes, to bring something to a halt)
Πλήρης κλίση του ρήματος φρενάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φρενάρω
εσύ φρενάρεις
αυτός/αυτή/αυτό φρενάρει
εμείς φρενάρουμε
εσείς φρενάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά φρενάρουν / φρενάρουνε
Παρατατικός
εγώ φρέναρα / φρενάριζα
εσύ φρέναρες / φρενάριζες
αυτός/αυτή/αυτό φρέναρε / φρενάριζε
εμείς φρενάραμε
εσείς φρενάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά φρέναραν / φρενάραν / φρενάρανε / φρενάριζαν
Αόριστος
εγώ φρενάρα / φρενάρισα
εσύ φρενάρες / φρενάρισες
αυτός/αυτή/αυτό φρενάρε / φρενάρισε
εμείς φρενάραμε
εσείς φρενάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά φρενάραν / φρενάρανε / φρενάρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φρενάρω
εσύ θα φρενάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φρενάρει
εμείς θα φρενάρουμε
εσείς θα φρενάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φρενάρουν / θα φρενάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φρενάρω
εσύ θα φρενάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φρενάρει
εμείς θα φρενάρουμε
εσείς θα φρενάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φρενάρουν / θα φρενάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φρενάρω
εσύ να φρενάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να φρενάρει
εμείς να φρενάρουμε
εσείς να φρενάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φρενάρουν / φρενάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φρενάρει
εσύ έχεις φρενάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φρενάρει
εμείς έχουμε φρενάρει
εσείς έχετε φρενάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φρενάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φρενάρει
εσύ είχες φρενάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φρενάρει
εμείς είχαμε φρενάρει
εσείς είχατε φρενάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φρενάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φρενάρει
εσύ θα έχεις φρενάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φρενάρει
εμείς θα έχουμε φρενάρει
εσείς θα έχετε φρενάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φρενάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φρέναρε / φρενάριζε
(εσείς) φρενάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φρέναρε / φρενάρισε
(εσείς) φρενάρετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φρενάροντας / έχοντας φρενάρει
Απαρέμφατο
φρενάρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.