to fence
Πλήρης κλίση του ρήματος φράζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φράζω
εσύ φράζεις
αυτός/αυτή/αυτό φράζει
εμείς φράζουμε
εσείς φράζετε
αυτοί/αυτές/αυτά φράζουν / φράζουνε
Παρατατικός
εγώ έφραζα
εσύ έφραζες
αυτός/αυτή/αυτό έφραζε
εμείς φράζαμε
εσείς φράζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφραζαν / φράζαν / φράζανε
Αόριστος
εγώ έφραξα
εσύ έφραξες
αυτός/αυτή/αυτό έφραξε
εμείς φράξαμε
εσείς φράξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφραξαν / φράξαν / φράξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φράζω
εσύ θα φράζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φράζει
εμείς θα φράζουμε
εσείς θα φράζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φράζουν / θα φράζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φράξω
εσύ θα φράξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φράξει
εμείς θα φράξουμε
εσείς θα φράξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φράξουν / θα φράξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φράξω
εσύ να φράξεις
αυτός/αυτή/αυτό να φράξει
εμείς να φράξουμε
εσείς να φράξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φράξουν / φράξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φράξει
εσύ έχεις φράξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φράξει
εμείς έχουμε φράξει
εσείς έχετε φράξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φράξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φράξει
εσύ είχες φράξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φράξει
εμείς είχαμε φράξει
εσείς είχατε φράξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φράξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φράξει
εσύ θα έχεις φράξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φράξει
εμείς θα έχουμε φράξει
εσείς θα έχετε φράξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φράξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φράζε
(εσείς) φράζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φράξε / φράχ'
(εσείς) φράξτε / φράχτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φράζομαι
εσύ φράζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό φράζεται
εμείς φραζόμαστε
εσείς φράζεστε / φραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φράζονται
Παρατατικός
εγώ φραζόμουν / φραζόμουνα
εσύ φραζόσουν / φραζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό φραζόταν / φραζότανε
εμείς φραζόμασταν / φραζόμαστε
εσείς φραζόσασταν / φραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φράζονταν / φραζόντουσαν
Αόριστος
εγώ φράχτηκα
εσύ φράχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό φράχτηκε
εμείς φραχτήκαμε
εσείς φραχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά φράχτηκαν / φραχτήκαν / φραχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φράζομαι
εσύ θα φράζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα φράζεται
εμείς θα φραζόμαστε
εσείς θα φράζεστε / θα φραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φράζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φραχτώ
εσύ θα φραχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φραχτεί
εμείς θα φραχτούμε
εσείς θα φραχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φραχτούν / θα φραχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φραχτώ
εσύ να φραχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να φραχτεί
εμείς να φραχτούμε
εσείς να φραχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να φραχτούν / φραχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φραχτεί
εσύ έχεις φραχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει φραχτεί
εμείς έχουμε φραχτεί
εσείς έχετε φραχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φραχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φραχτεί
εσύ είχες φραχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε φραχτεί
εμείς είχαμε φραχτεί
εσείς είχατε φραχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φραχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φραχτεί
εσύ θα έχεις φραχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φραχτεί
εμείς θα έχουμε φραχτεί
εσείς θα έχετε φραχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φραχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φράζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φράξου
(εσείς) φραχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φράζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας φράξει
Μετοχή παρακειμένου
φραγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φράξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
φραχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.