to smoke (cigarette, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος φουμάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φουμάρω
εσύ φουμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό φουμάρει
εμείς φουμάρουμε
εσείς φουμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά φουμάρουν / φουμάρουνε
Παρατατικός
εγώ φούμαρα / φουμάριζα
εσύ φούμαρες / φουμάριζες
αυτός/αυτή/αυτό φούμαρε / φουμάριζε
εμείς φουμάραμε
εσείς φουμάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά φούμαραν / φουμάραν / φουμάρανε / φουμάριζαν
Αόριστος
εγώ φούμαρα / φουμάρισα
εσύ φούμαρες / φουμάρισες
αυτός/αυτή/αυτό φούμαρε / φουμάρισε
εμείς φουμάραμε
εσείς φουμάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά φούμαραν / φουμάραν / φουμάρανε / φουμάρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φουμάρω
εσύ θα φουμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φουμάρει
εμείς θα φουμάρουμε
εσείς θα φουμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φουμάρουν / θα φουμάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φουμάρω
εσύ θα φουμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φουμάρει
εμείς θα φουμάρουμε
εσείς θα φουμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φουμάρουν / θα φουμάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φουμάρω
εσύ να φουμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να φουμάρει
εμείς να φουμάρουμε
εσείς να φουμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φουμάρουν / φουμάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φουμάρει
εσύ έχεις φουμάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φουμάρει
εμείς έχουμε φουμάρει
εσείς έχετε φουμάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φουμάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φουμάρει
εσύ είχες φουμάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φουμάρει
εμείς είχαμε φουμάρει
εσείς είχατε φουμάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φουμάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φουμάρει
εσύ θα έχεις φουμάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φουμάρει
εμείς θα έχουμε φουμάρει
εσείς θα έχετε φουμάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φουμάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φούμαρε / φουμάριζε
(εσείς) φουμάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φούμαρε / φουμάρισε
(εσείς) φουμάρετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φουμάροντας / έχοντας φουμάρει
Απαρέμφατο
φουμάρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.