to tax (to impose and collect a tax from (a person or company)
Πλήρης κλίση του ρήματος φορολογώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φορολογώ
εσύ φορολογείς
αυτός/αυτή/αυτό φορολογεί
εμείς φορολογούμε
εσείς φορολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά φορολογούν / φορολογούνε
Παρατατικός
εγώ φορολογούσα
εσύ φορολογούσες
αυτός/αυτή/αυτό φορολογούσε
εμείς φορολογούσαμε
εσείς φορολογούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φορολογούσαν / φορολογούσανε
Αόριστος
εγώ φορολόγησα
εσύ φορολόγησες
αυτός/αυτή/αυτό φορολόγησε
εμείς φορολογήσαμε
εσείς φορολογήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φορολόγησαν / φορολογήσαν / φορολογήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φορολογώ
εσύ θα φορολογείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φορολογεί
εμείς θα φορολογούμε
εσείς θα φορολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φορολογούν / θα φορολογούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φορολογήσω
εσύ θα φορολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φορολογήσει
εμείς θα φορολογήσουμε
εσείς θα φορολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φορολογήσουν / θα φορολογήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φορολογήσω
εσύ να φορολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φορολογήσει
εμείς να φορολογήσουμε
εσείς να φορολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φορολογήσουν / φορολογήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φορολογήσει
εσύ έχεις φορολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φορολογήσει
εμείς έχουμε φορολογήσει
εσείς έχετε φορολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φορολογήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φορολογήσει
εσύ είχες φορολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φορολογήσει
εμείς είχαμε φορολογήσει
εσείς είχατε φορολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φορολογήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φορολογήσει
εσύ θα έχεις φορολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φορολογήσει
εμείς θα έχουμε φορολογήσει
εσείς θα έχετε φορολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φορολογήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φορολογείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φορολόγησε
(εσείς) φορολογήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φορολογούμαι
εσύ φορολογείσαι
αυτός/αυτή/αυτό φορολογείται
εμείς φορολογούμαστε
εσείς φορολογείστε
αυτοί/αυτές/αυτά φορολογούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό φορολογούνταν / φορολογείτο
εμείς φορολογούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φορολογούνταν / φορολογούντο
Αόριστος
εγώ φορολογήθηκα
εσύ φορολογήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό φορολογήθηκε
εμείς φορολογηθήκαμε
εσείς φορολογηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά φορολογήθηκαν / φορολογηθήκαν / φορολογηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φορολογούμαι
εσύ θα φορολογείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα φορολογείται
εμείς θα φορολογούμαστε
εσείς θα φορολογείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φορολογούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φορολογηθώ
εσύ θα φορολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φορολογηθεί
εμείς θα φορολογηθούμε
εσείς θα φορολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φορολογηθούν / θα φορολογηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φορολογηθώ
εσύ να φορολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να φορολογηθεί
εμείς να φορολογηθούμε
εσείς να φορολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να φορολογηθούν / φορολογηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φορολογηθεί
εσύ έχεις φορολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει φορολογηθεί
εμείς έχουμε φορολογηθεί
εσείς έχετε φορολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φορολογηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φορολογηθεί
εσύ είχες φορολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε φορολογηθεί
εμείς είχαμε φορολογηθεί
εσείς είχατε φορολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φορολογηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φορολογηθεί
εσύ θα έχεις φορολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φορολογηθεί
εμείς θα έχουμε φορολογηθεί
εσείς θα έχετε φορολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φορολογηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φορολογείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φορολογήσου
(εσείς) φορολογηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φορολογώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας φορολογήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
φορολογούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
φορολογημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φορολογήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
φορολογηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.