Κλίση του ρήματος φοροκλέπτω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

φοροκλέπτω
to commit tax evasion (literally: to steal taxes)
Πλήρης κλίση του ρήματος φοροκλέπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ φοροκλέπτω
εσύ φοροκλέπτεις
αυτός/αυτή/αυτό φοροκλέπτει
εμείς φοροκλέπτουμε
εσείς φοροκλέπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά φοροκλέπτουν / φοροκλέπτουνε

Παρατατικός

εγώ φοροέκλεπτα
εσύ φοροέκλεπτες
αυτός/αυτή/αυτό φοροέκλεπτε
εμείς φοροκλέπταμε
εσείς φοροκλέπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά φοροέκλεπταν / φοροκλέπταν / φοροκλέπτανε

Αόριστος

εγώ φοροέκλεψα
εσύ φοροέκλεψες
αυτός/αυτή/αυτό φοροέκλεψε
εμείς φοροκλέψαμε
εσείς φοροκλέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά φοροέκλεψαν / φοροκλέψαν / φοροκλέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα φοροκλέπτω
εσύ θα φοροκλέπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φοροκλέπτει
εμείς θα φοροκλέπτουμε
εσείς θα φοροκλέπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φοροκλέπτουν / θα φοροκλέπτουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα φοροκλέψω
εσύ θα φοροκλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φοροκλέψει
εμείς θα φοροκλέψουμε
εσείς θα φοροκλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φοροκλέψουν / θα φοροκλέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να φοροκλέψω
εσύ να φοροκλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να φοροκλέψει
εμείς να φοροκλέψουμε
εσείς να φοροκλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φοροκλέψουν / φοροκλέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω φοροκλέψει
εσύ έχεις φοροκλέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φοροκλέψει
εμείς έχουμε φοροκλέψει
εσείς έχετε φοροκλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φοροκλέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα φοροκλέψει
εσύ είχες φοροκλέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φοροκλέψει
εμείς είχαμε φοροκλέψει
εσείς είχατε φοροκλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φοροκλέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω φοροκλέψει
εσύ θα έχεις φοροκλέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φοροκλέψει
εμείς θα έχουμε φοροκλέψει
εσείς θα έχετε φοροκλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φοροκλέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) φορόκλεπτε
(εσείς) φοροκλέπτετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) φορόκλεψε
(εσείς) φοροκλέψτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

φοροκλέπτοντας / έχοντας φοροκλέψει

Απαρέμφατο

φοροκλέψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.